Μεταξύ της σύλληψης της ιδέας μιας ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς, τη δεκαετία του 1980, και του σχεδιασμού και της δρομολόγησής της, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, συντελέστηκαν πολλές ιστορικές αλλαγές στην ήπειρό μας και πέραν αυτής. Έκτοτε, η ίδια η ΕΕ υπερδιπλασιάστηκε ως προς το μέγεθος και τα μέλη της, αντιμετώπισε κρίσεις και συγκρούσεις, με φυσικές, οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές προκλήσεις.

Παράλληλα, έχουν σημειωθεί δραματικές αλλαγές και στη γεωπολιτική κατάσταση. Μια νέα υπερδύναμη έχει αναδυθεί στην Ασία και αποτελεί συστημικό αντίπαλο για την ΕΕ σε πολλά επίπεδα. Με την πάροδο των ετών, οι αρχές της εσωτερικής αγοράς, δηλαδή η ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίου και εργαζομένων, έχουν αποδειχθεί επωφελείς για τις οικονομικές επιδόσεις της ΕΕ. Ωστόσο, η ενιαία αγορά πόρρω απέχει από την τελειότητα.

Η εφαρμογή των από κοινού συμφωνηθέντων κανόνων ενίοτε είναι μάλλον αποσπασματική, οι διοικητικές απαιτήσεις έχουν πολλαπλασιαστεί και οι δυνατότητες εποπτείας της αγοράς είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Επιπλέον, επί του παρόντος η ΕΕ αντιμετωπίζει αντικρουόμενους στόχους: αιτήματα για επιδοτήσεις από τη βιομηχανία καθώς και από άλλους φορείς σε εθνικό επίπεδο, αλλά και αιτήματα για περιορισμό των κρατικών ενισχύσεων και διατήρηση ισότιμων όρων ανταγωνισμού σε όλα τα κράτη μέλη· τοπικές απαιτήσεις παραγωγής για τη διατήρηση της δημιουργίας αξίας και της απασχόλησης στην Ευρώπη, αλλά και απαιτήσεις για ανοικτές αγορές και πρόσβαση σε αυτές, ως μέσο διατήρησης της ανταγωνιστικότητας από άποψη κόστους με τους παγκόσμιους ανταγωνιστές, καθώς και για παροχή στους καταναλωτές προσιτών προϊόντων· πρόσβαση στις απαραίτητες πρώτες ύλες για την παραγωγή αγαθών, από τα αυτοκίνητα έως τις ανεμογεννήτριες ή τους ηλιακούς συλλέκτες, τις συσκευές κουζίνας ή κήπου, αλλά και συνθήκες εφοδιασμού με τους εν λόγω πόρους, όπως η διασφάλιση των εργασιακών και περιβαλλοντικών προτύπων και η αντιμετώπιση των ανταγωνιστών για τους εν λόγω πόρους.

Ο ανοιχτός χαρακτήρας των αγορών και των συνόρων της ΕΕ, βασική πτυχή πίσω από την αρχική αντίληψη της ενιαίας αγοράς, έχει καταστεί ανεπαρκής σε έναν κόσμο που δεν σέβεται πλέον τους πολυμερώς συμφωνηθέντες κανόνες του διεθνούς εμπορίου. Πράγματι, υπάρχει κίνδυνος να μετατραπεί σε αδύναμο σημείο για την ΕΕ εάν δεν εξοπλιστεί με ορισμένες διασφαλίσεις, όπως η αυστηρή εποπτεία της ποιότητας και της ασφάλειας των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της ΕΕ ή ο έλεγχος των επενδύσεων και των σχετικών στόχων από τους επενδυτές. Σε έναν κόσμο που απομακρύνεται από τα βασισμένα σε κανόνες πολυμερή συστήματα και οδεύει προς κράτη που επιβάλλουν, με βάση τα εθνικά τους συμφέροντα, περιορισμούς και όρια στην πρόσβαση στους πόρους, δεν λειτουργούν πλέον τα οικονομικά της παγκοσμιοποίησης των διεθνώς ολοκληρωμένων αλυσίδων εφοδιασμού.

Ως εκ τούτου, μια εσωτερική αγορά που βασίζεται σε αυτούς τους κανόνες χρειάζεται μια νέα στρατηγική. Αυτή θα πρέπει να επικεντρώνεται σε διάφορες πτυχές: μια ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική, ένα ευνοϊκό πλαίσιο για τις επιχειρήσεις και τις ΜΜΕ, τις επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας, τη δημόσια στήριξη του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, κατάλληλα οργανωμένες και αποτελεσματικές υπηρεσίες κοινής ωφελείας και μέτρα για τη διατήρηση και την ανάπτυξη του κοινωνικού μας μοντέλου.

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, η ολοκλήρωση της κεφαλαιαγοράς της ΕΕ έχει καθοριστική σημασία για την εμβάθυνση της εσωτερικής αγοράς. Η κεφαλαιαγορά θα πρέπει να επικεντρωθεί στη χρηματοδότηση της παραγωγής, της αγοράς και της ροής αγαθών και υπηρεσιών, στηρίζοντας κυρίως την έρευνα, την ανάπτυξη και την καινοτομία των επιχειρήσεων, καθώς και τις υπηρεσίες κοινής ωφελείας, τονώνοντας επίσης το επιχειρηματικό πνεύμα.

Επιπροσθέτως, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε πολιτικές που παρέχουν ένα πλαίσιο για καινοτομία από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και ευνοούν, αφενός, την καινοτομία μέσω της πρόσβασης σε επιχειρηματικά κεφάλαια και, αφετέρου, τη συνεργασία μεταξύ της βιομηχανίας και του επιστημονικού τομέα. Η επιβολή του κεκτημένου πρέπει να αποτελέσει μια επιπρόσθετη προτεραιότητα για την ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς. Δυστυχώς, πολλοί από αυτούς τους κανόνες δεν έχουν μεταφερθεί στο εθνικό επίπεδο ή εφαρμόζονται με πολύ διαφορετικό τρόπο ή σε πολύ διαφορετικό βαθμό. Αυτό αποτελεί σοβαρό και ουσιαστικό εμπόδιο για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.