Nicolas Gros-Verheyde: Ο κίνδυνος για μια α-δημοκρατική Ευρώπη λόγω COVID‑19

Τα μέτρα που λαμβάνονται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες εν ονόματι της Υγείας θα μπορούσαν να έχουν ένα παράπλευρο θύμα: το κράτος δικαίου

Ίσως η εμφάνιση της COVID‑19 τον Φεβρουάριο-Μάρτιο 2020 να αποτέλεσε έκπληξη για όλους και να χρειάστηκε να ληφθούν κατεπειγόντως μέτρα εκ των ενόντων, ωστόσο αυτό δεν ισχύει σήμερα. Μπορεί να είναι δικαιολογημένη η λήψη δραστικών μέτρων για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης στον τομέα της υγείας. Ωστόσο, τα μέτρα πρέπει να είναι πιο προορατικά και, πάνω απ’ όλα, να ελέγχονται καλύτερα και με δημοκρατικό τρόπο. Πράγμα που δεν ισχύει προς το παρόν.

Τις περισσότερες φορές, τα μέτρα λαμβάνονται στα πεταχτά, από την εκτελεστική αρχή, την επόμενη των συμβουλίων άμυνας ή επιτροπών διαλόγου κ.λπ., η σύνθεση των οποίων παραμένει μυστήριο, και μάλιστα χωρίς πραγματική διαβούλευση (δηλαδή με πρότερη ενημέρωση και χρόνο για μελέτη) με τους εταίρους (κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτικούς) και χωρίς καμία απόφαση του εθνικού τους κοινοβουλίου.

Ορισμένες θεμελιώδεις αρχές ―από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ή από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων― αναστέλλονται έτσι σαφέστατα, επ’ αόριστον. Η ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 11 της ΕΣΔΑ) παραβιάζεται και υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς. Το δικαίωμα έκφρασης γνώμης ―με τρόπους έκφρασης όπως είναι ο κινηματογράφος και το θέατρο― καταστρατηγείται. Η ελεύθερη κυκλοφορία περιορίζεται σημαντικά: απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 18.00 (στη Γαλλία), άδειες για έξοδο από τη χώρα (στο Βέλγιο), κ.λπ. Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας (άρθρο 9 της ΕΣΔΑ), το δικαίωμα εκπαίδευσης και το δικαίωμα προς εργασία (άρθρα 14 και 15 του Χάρτη) υπόκεινται σε αυστηρότατους περιορισμούς, για να μην αναφερθούμε και στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ).

Οι αποφάσεις αυτές εφαρμόζονται αμέσως μετά τη λήψη τους, με τρόπο εμπειρικό και κατά πολύ αυθαίρετο. Τι συνιστά υπέρτερο λόγο ώστε να δικαιολογείται η διέλευση συνόρων και τι όχι; Επίσης, τι συνιστά ουσιαστικό λόγο και τι όχι; Εναπόκειται στις αστυνομικές αρχές, ή ακόμα και στους απλούς υπαλλήλους των αεροπορικών εταιρειών, να το ελέγξουν. Ενώ πρόκειται για ένα άκρως ευαίσθητο ζήτημα.

Σχεδόν ποτέ δεν ζητείται η γνώμη των ευρωπαϊκών αρχών. Για παράδειγμα, η επαναφορά ορισμένων συνοριακών ελέγχων δεν κοινοποιήθηκε από το Παρίσι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως προβλέπεται στον κώδικα Σένγκεν. Επίσης, όσον αφορά τα βελγικά μέτρα, με τα οποία εισάγονται εξωφρενικές διακρίσεις έναντι των ευρωπαίων εργοδοτών, ίσα που προκάλεσαν μια δειλή διαμαρτυρία της ευρωπαϊκής εκτελεστικής αρχής, που καλά καλά δεν ακουγόταν.

Όσο για τους κοινωνικούς εταίρους, όπως και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δείχνουν τρομοκρατημένοι υπό τη σπάθη της κρίσης. Όλοι φοβούνται ότι, ζητώντας την τήρηση των κανόνων, θα φανεί ότι παρακωλύουν την καταπολέμηση της επιδημίας, που πλέον έχει φτάσει να θεωρείται μείζον εθνικό ζήτημα σε καιρό πολέμου. Ωστόσο, δεν έχουμε πόλεμο. Καμία στιγμή άλλωστε, οι κυβερνήσεις δεν έκαναν χρήση αυτής της διάταξης, η οποία βρίσκεται στο υφιστάμενο θεσμικό τους οπλοστάσιο αρκετά καλά πλαισιωμένη.

Δεν έγινε καν επίκληση της διάταξης παρέκκλισης από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, του περίφημου άρθρου 15, με την εξαίρεση ορισμένων κρατών. Οι παλαιές δημοκρατίες της ευρωπαϊκής ηπείρου δεν τόλμησαν για λόγους συμβολισμού. Πραγματική «καραντίνα» όπως το έγραψε ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μονπελιέ Frédéric SUDRE, ένας από τους καλύτερους ειδικούς της ΕΣΔΑ.

Ο κόσμος, ασφαλώς, ανέχεται για την ώρα τα πλήγματα στη δημοκρατία, τις παραβιάσεις του κράτους δικαίου. Ωστόσο, αν και δεν είναι ορατή, η ζημιά γίνεται. Όλα αυτά θα μπορούσαν να προκαλέσουν ξεσπάσματα οργής, απρόβλεπτα αλλά και εκρηκτικά. Θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ολίσθηση, στις επόμενες εκλογές, προς τον πιο ακραίο λαϊκισμό. Αλλά, πάνω απ’ όλα, θα μπορούσαν να δώσουν ισχυρά επιχειρήματα στους αντιπάλους της ευρωπαϊκής ενότητας, τόσο εντός όσο και εκτός της ηπείρου. Η συμπεριφορά της Ρωσίας έναντι του επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Josep Borrell, στις 5 Φεβρουαρίου στη Μόσχα, δεν είναι τυχαία. Είναι καιρός να ανασυνταχθούμε.

Nicolas Gros-Verheyde

Αρχισυντάκτης B2 – bruxelles2.eu