European Economic
and Social Committee
Κατά την έναρξη του νέου έτους, η Γαλλία ανέλαβε την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια Προεδρία συνολικά φιλόδοξη εξ αρχής, η οποία θέτει στον πυρήνα της ένα πρόγραμμα εστιασμένο στη διερεύνηση ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για επιτακτική ανάγκη σε μια περίοδο ριζικών αλλαγών.
Παρότι οι βασικές συνιστώσες της ανάπτυξης ―εκπαίδευση και δεξιότητες, επιχειρηματικότητα και χρηματοδότηση― θα συνεχίσουν να είναι πάντα αναγκαίες, εκ παραλλήλου με ένα κράτος που λειτουργεί εύρυθμα και διαθέτει ισχυρούς θεσμούς, η επίτευξη πειστικής και βιώσιμης ανάπτυξης θα απαιτήσει τριπλή αλλαγή πορείας.
Ακρογωνιαίος λίθος της επίτευξης ικανοποιητικών αποτελεσμάτων είναι η πολιτική συνεργασία, και όχι ο ανταγωνισμός. Οι έννοιες του ανταγωνισμού και της ισότητας των όρων άσκησής του διαπνέουν τις περισσότερες ισχύουσες εθνικές και διεθνείς ρυθμίσεις. Ωστόσο, η εμφάνιση παγκόσμιων τεχνολογικών κολοσσών και η είσοδος της Κίνας στις παγκόσμιες αγορές δυσχεραίνουν εξαιρετικά την εποπτεία και τη διαφύλαξη συνθηκών θεμιτού ανταγωνισμού προς όφελος όλων. Η έννοια των ίσων όρων ανταγωνισμού υποδηλώνει ότι είμαστε όλοι ίσοι. Παρότι θα θέλαμε αυτή να ήταν η αλήθεια, γεγονός παραμένει ότι όλες οι χώρες δεν είναι ίδιες. Η επιδίωξη ίσων όρων ανταγωνισμού απλώς παραβλέπει αυτό το γεγονός. Από την άλλη πλευρά, η συνεργασία και ο συντονισμός αποσκοπούν στην επίτευξη αποτελεσμάτων αποδεκτών από όλους. Η λήψη αποφάσεων πρέπει να τείνει πρωτίστως προς την παροχή ώθησης.
Λαμβάνοντας ως παράδειγμα την Ευρώπη, η ΕΕ μπορεί να αποκομίσει πολύ περισσότερα οφέλη εάν συντονίζει τις δράσεις της στο εσωτερικό της και επιδιώκει να εκφράζεται με ενιαία φωνή εκτός των συνόρων της. Η αποφασιστική, ταχεία και συγκροτημένη αντίδραση της ΕΕ κατά την πανδημική κρίση, και αδιαφιλονίκητα εν συγκρίσει προς την αντίδρασή της κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, κατέστησε σαφή την αποτελεσματικότητα της αγαστής συνεργασίας για την επίτευξη ικανοποιητικών αποτελεσμάτων.
Οικολογικός προσανατολισμός, και όχι προβολή οικολογικού προσωπείου. Η ΕΕ έθεσε, αναμφίβολα και ορθά, απίστευτα φιλόδοξους στόχους για την κλιματική πολιτική της. Ωστόσο, οφείλει ακόμη να υπερνικήσει τεράστια προβλήματα, συμπεριλαμβανομένης της δικής της ειλικρίνειας όσον αφορά τη μετουσίωση των λόγων σε έργα. Η ταξινόμηση, η οποία δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα και προσδιορίζει σε τι ακριβώς συνίστανται οι πράσινες επενδύσεις, αποτελεί παράδειγμα πολύ σημαντικού εργαλείου, το οποίο όμως ενδέχεται να επικριθεί από αυτήν την άποψη. Ομοίως, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ―σημαντικός παράγοντας εν προκειμένω― ορθώς εντάσσει τον οικολογικό προσανατολισμό της νομισματικής πολιτικής στους βασικούς της στόχους. Δεν διαθέτει, όμως, τα απαιτούμενα εργαλεία για την επίτευξη αυτού του στόχου και δεν είναι διόλου σε θέση να επωμιστεί το κόστος της μη επίτευξης των κλιματικών στόχων χωρίς να βλάψει τους υπόλοιπους δημοσιονομικούς στόχους της. Αντιστοίχως, ενώ η ΕΕ επιτυγχάνει καλά αποτελέσματα όσον αφορά τον οικολογικό προσανατολισμό της παραγωγής της, απέχει ακόμη πολύ από τον οικολογικό προσανατολισμό της κατανάλωσής της. Η προσπάθεια φορολόγησης των εισαγωγών από ρυπογόνες χώρες, η οποία έχει βάσιμες πιθανότητες επιτυχίας, αποτελεί καλή προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά θα πρέπει να διασφαλίσει ότι δεν θα παρεμποδίσει την πρόσβαση των φτωχότερων χωρών στην αγορά της ΕΕ. Η ΕΕ θα χρειαστεί να επιτύχει μια πολύ λεπτή ισορροπία, δεδομένου ότι τα κίνητρα για την προβολή οικολογικού προσωπείου είναι πασιφανή.
Είναι πλέον καιρός για συμμαχίες μεταξύ «αντιφρονούντων». Ακούμε υπερβολικά συχνά ότι για να αντιμετωπίσουμε τα παγκόσμια προβλήματα οφείλουμε να συνάψουμε στρατηγικές συμμαχίες μεταξύ ομονοούντων. Ωθούμενη από την επιθυμία να σημειώσει πρόοδο, εν μέρει δικαιολογημένα, η Ευρώπη χρειάζεται συνομιλητές που να σκέφτονται και να μιλούν με τον ίδιο τρόπο όπως εκείνη. Έτσι, υποστηρίζει αυτό το σκεπτικό, θα αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα και άρα μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στους «αντιφρονούντες». Ωστόσο, όταν το ζητούμενο είναι η επίλυση παγκόσμιων προβλημάτων, οι επιμέρους στρατηγικές συμμαχίες που καταλήγουν σε συμφωνίες πρέπει κατόπιν να επικοινωνήσουν τις συμφωνίες αυτές «στην άλλη πλευρά». Και εκείνοι που βρίσκονται στην απέναντι πλευρά δεν θέλουν να τεθούν ενώπιον συμφωνιών του τύπου «ή όλα ή τίποτα». Όσον αφορά τα παγκόσμια δημόσια αγαθά, όπως το κλίμα, πρέπει οι πάντες να συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις και να συνεισφέρουν στο μέτρο των δυνατοτήτων τους. Εάν το ζητούμενο είναι η επίτευξη βιώσιμης προόδου, η συνεργασία με «αντιφρονούντες» καθίσταται υψίστης σημασίας.
Η επίλυση προβλημάτων, τόσο παγκόσμιων όσο και εσωτερικών, προϋποθέτει μια ελαφρά αλλαγή πορείας. Δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια του «ιδεατού ανταγωνισμού», των αγαστών προθέσεων ή των συνομιλιών μόνο με τους ομοϊδεάτες μας. Ας ελπίσουμε ότι το 2022 θα είναι το έτος κατά το οποίο θα κάνουμε την υπέρβαση!
Μαρία Δεμερτζή, αναπληρώτρια διευθύντρια του Ινστιτούτου Bruegel