Giulia Barbucci: Η φωνή των συνδικάτων κατά τους τελευταίους μήνες υπήρξε πιο ηχηρή από ποτέ.

11 Μαρτίου, επιστροφή στο σπίτι μου, στη Ρώμη. Κλίμα βαρύ, αγωνία· η Βόρεια Ιταλία έχει ήδη αρχίσει να μετρά νεκρούς. Η κόρη μου η Ilaria επέστρεψε από το Μιλάνο όπου σπουδάσει και η Miriam, η μεγαλύτερη κόρη μου που ζει και εργάζεται στη Βαρκελώνη, είναι εξαιρετικά ανήσυχη.

Το ίδιο βράδυ, ο πρωθυπουργός κ. Conte κηρύσσει όλη τη χώρα σε καραντίνα. Στις «κόκκινες» ζώνες του Βορρά, ο περιορισμός έχει ήδη επιβληθεί θέτοντας τους κατοίκους τους σε απομόνωση.

Τα σχολεία κλείνουν, το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα και οι ψυχαγωγικές/αθλητικές δραστηριότητες αναστέλλονται και οι επισκέψεις σε ασθενείς που νοσηλεύονται σε ιδρύματα υγειονομικής περίθαλψης απαγορεύονται. Δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα χρήσης των δημόσιων και ιδιωτικών μέσων μεταφοράς και οι μη απολύτως αναγκαίες παραγωγικές δραστηριότητες αναστέλλονται.

Ένας μανδύας εξωπραγματικότητας περιβάλλει την Ιταλία. Αποπροσανατολισμός, φόβος: ο ιός φαίνεται να μεταδίδεται ανεξέλεγκτα και μοιάζει αδύνατο να αναχαιτιστεί.

Δύο είναι οι εικόνες που συμβολίζουν τη σκληρή πραγματικότητα: η μακρά φάλαγγα στρατιωτικών οχημάτων στο Μπέργκαμο που μεταφέρουν τις σορούς εκτός της περιφέρειας επειδή δεν υπάρχουν πλέον θέσεις στα νεκροταφεία και η ισχυρή και ανεξίτηλη εικόνα του πάπα Φραγκίσκου που προσεύχεται στην έρημη πλατεία του Αγίου Πέτρου στις 28 Μαρτίου σε παγκόσμια τηλεοπτική μετάδοση.

Τα ιταλικά συνδικάτα συνεργάστηκαν αμέσως με την κυβέρνηση για τη διασφάλιση των βασικών παραγωγικών δραστηριοτήτων που έπρεπε να συνεχιστούν για να εξασφαλίσουν στους πολίτες τον απαιτούμενο εφοδιασμό με προμήθειες από τα σουπερμάρκετ ή με φάρμακα από τα φαρμακεία. Τα συνδικάτα δεν διέκοψαν στιγμή τη δράση τους για τη στήριξη όσων χάνουν τη δουλειά τους ή για την σύναψη συμφωνιών με τους εργοδότες με σκοπό την εγκαινίαση της εργασίας εξ αποστάσεως ή την παροχή εισοδηματικής στήριξης σε περίπτωση μη εγγυημένου εισοδήματος.

Η κατάσταση στα νοσοκομεία είναι εκτός ελέγχου: ανεπάρκεια των νοσηλευτικών κλινών, υπερπληρότητα των μονάδων εντατικής θεραπείας, εξάντληση των εργαζομένων στον τομέα της υγείας: νοσηλευτές, γιατροί και βοηθητικό προσωπικό αναγκασμένοι να μένουν σε καραντίνα μακριά από τα σπίτια τους και να εργάζονται ακούραστα με τεράστια ψυχολογική επιβάρυνση για την παροχή βοήθειας σε άτομα που αφήνουν την τελευταία τους πνοή χωρίς την παρηγοριά των αγαπημένων τους προσώπων.

Σε εκείνο το στάδιο, είχαμε όλοι μας αποφασίσει ότι «δεν θα ξεχνούσαμε ποτέ τι συνέβη». Σήμερα προσπαθούμε να προχωρήσουμε μπροστά, αλλά ο ιός δεν έχει ακόμη ηττηθεί: μικρές ή μεγάλες εστίες ξεπηδούν στις διάφορες χώρες της Ένωσης και η καθεμία αντιδρά με τον δικό της τρόπο, λαμβάνοντας τα δικά της μέτρα. Τώρα ακριβώς που η Ευρωπαϊκή Ένωση, χάρη στην τεράστια οικονομική προσπάθεια που έχει καταβάλει προς όφελος όλων των χωρών, θα πρέπει να δράσει σύσσωμη συντονίζοντας τις προσπάθειες των μεμονωμένων κρατών, αντιλαμβανόμαστε πόσο δύσκολο παραμένει αυτό. Όμως κανείς δεν μπορεί να κερδίσει μόνος του αυτόν τον πόλεμο.

Η φωνή των συνδικάτων κατά τους τελευταίους μήνες υπήρξε πιο ηχηρή από ποτέ. Τα συνδικάτα δεν αποτελούν αφηρημένη έννοια: είναι οι εργαζόμενες και οι εργαζόμενοι που υποδεικνύουν στη χώρα τα δίκαια αιτήματα για κοινωνική ισότητα, αξιοπρέπεια και σεβασμό. Εκείνοι που βίωσαν την πραγματικότητα των νοσοκομείων, των οίκων ευγηρίας, του εμπορίου, των υπηρεσιών καθαρισμού, των μεταφορών, των επιχειρήσεων στις οποίες παραβιάζονται βασικά δικαιώματα υγείας και ασφάλειας στον χώρο εργασίας, μπορούν να μας υποδείξουν πώς να αλλάξουμε ένα οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο που έχει φτάσει πλέον στα όριά του και απειλεί το μέλλον εκείνων που θα έρθουν μετά από εμάς.

Ιδού λοιπόν τι θα ήθελα για τις δύο κόρες μου, την Ilaria που σπουδάζει στο Μιλάνο και τη Miriam που εργάζεται στη Βαρκελώνη: έναν κόσμο στα μέτρα τους που να είναι οικονομικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικά βιώσιμος.