Από τους σχεδόν 500 εκατομμύρια κατοίκους της ΕΕ, το μισό περίπου είναι γυναίκες. Και σύμφωνα με έρευνα του 2014 του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περίπου ένα τρίτο των γυναικών στην ΕΕ έχουν υποστεί βία σε κάποια στιγμή της ζωής τους απλά και μόνο επειδή είναι γυναίκες.

Πρόκειται για μια επιδημία βίας κατά των γυναικών: βίας στις σχέσεις τους, στην οικογένεια, στην εργασία, στους δρόμους κ.ο.κ. Πρόκειται για μια μορφή τρομοκρατίας κατά των γυναικών, με χιλιάδες θύματα κάθε χρόνο, με γυναίκες που δολοφονούνται, τραυματίζονται, κακοποιούνται, ταπεινώνονται, βιάζονται, δέχονται επιθέσεις, προσβολές, ύβρεις, απειλές και άλλα.

Η βία κατά των γυναικών αποτελεί συνεπώς ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δηλαδή παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων απλά και μόνο επειδή είναι γυναίκες: των δικαιωμάτων στη σωματική και πνευματική ακεραιότητα, στην ασφάλεια, στη μη διακριτική μεταχείριση, στην ιδιωτική ζωή κλπ.

Για αυτόν τον λόγο είναι καθήκον των αρχών των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών: η πρόταση Οδηγίας που παρουσίασε η Επιτροπή στις 8 Μαρτίου – Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας– αποτελεί ένα ζωτικής σημασίας και επειγόντως αναγκαίο πρώτο βήμα.

Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει τη νομοθετική καινοτομία που αντιπροσωπεύει μια οδηγία για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών με διατομεακή προσέγγιση. Μια τέτοια οδηγία αποτελεί καίριο αίτημα της κοινωνίας.

Ομοίως, δεδομένης της εμβέλειας και της έκτασης των διαφόρων μορφών βίας που υφίστανται οι γυναίκες, οι πολιτικές για την καταπολέμησή τους πρέπει να μην είναι ουδέτερες, αλλά να αναπτύσσονται με βάση μια σαφή και αδιαμφισβήτητη έμφυλη οπτική, η οποία πρέπει να τοποθετείται με τρόπο που θα διευκολύνει την κατανόηση της αναγκαιότητας και της αποτελεσματικότητάς της.

Πρέπει να συζητηθεί η βία κατά των γυναικών στην ΕΕ, να σχεδιαστούν μηχανισμοί για τον ορισμό της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς, όπως η βία, και να θεσπιστούν κυρώσεις και επιβαρυντικές περιστάσεις. Ωστόσο, είναι εξίσου αναγκαίο να θεσπιστούν διαδικασίες για την προστασία των θυμάτων και την εξασφάλιση ασφαλούς και προστατευμένης πρόσβασης στη δικαστική διαδικασία, καθώς και την παροχή μηχανισμών στήριξης και ένταξης για τα θύματα.

Η ΕΟΚΕ συνιστά να συμπεριληφθούν συγκεκριμένα μέτρα στο πλαίσιο του κοινωνικού διαλόγου και των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ώστε να εξασφαλίζεται στα θύματα βίας κατά των γυναικών η διατήρηση της απασχόλησης, σε όσα δε θύματα δεν διαθέτουν απασχόληση, η εργασιακή ένταξη.

Ταυτόχρονα, γνωρίζουμε όλοι πως τα κοινωνικά ζητήματα δεν επιλύονται απλά μέσω των δικαστηρίων, η τιμωρία δεν πρέπει να αποτελεί το μόνο μέσο και θα πρέπει συνεπώς να θεσπιστούν πολυτομεακές πολιτικές εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης: πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την εκπαίδευση και τον πολιτισμό για να προλάβουμε την εμφάνιση κακοποιητών, παρέχοντας εκπαίδευση σε συνθήκες ισότητας και με σεβασμό της πολυμορφίας.

Δεδομένου του ρόλου της παιδείας στη διαμόρφωση ρόλων και στερεοτύπων σχετικά με το φύλο, θα πρέπει να σχεδιαστεί ο προληπτικός της ρόλος ―ιδίως μέσω πλήρους σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης― σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, καθώς και να συμπεριληφθεί ρητώς στη θεσμική συνεργασία η συμμετοχή της εκπαιδευτικής κοινότητας, των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών (ιδίως των φεμινιστικών οργανώσεων), των κοινωνικών εταίρων και των πληττόμενων ομάδων.

Τέλος, η ΕΟΚΕ εκφράζει τη βαθιά ανησυχία της για το γεγονός ότι η δράση της άκρας δεξιάς έχει θέσει ως στόχο την καταπολέμηση των προτάσεων ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, ειδικότερα δε για τη συστηματική άρνηση της διαρθρωτικής βίας κατά των γυναικών, αυτής την οποία υφίστανται για τον μόνο λόγο ότι είναι γυναίκες. Η άρνηση αυτή όχι μόνο δηλητηριάζει την ισότιμη συμβίωση, αλλά συνιστά και επίθεση κατά των αξιών και των αρχών που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ).