Κατά τη διάρκεια των πρώτων περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας COVID-19, ο αριθμός των τηλεργαζομένων μεταξύ του εργατικού δυναμικού της ΕΕ εκτινάχθηκε από το 5% στο 40%. Ένα χρόνο αργότερα, η τηλεργασία έχει παγιωθεί ενώ είναι δύσκολο να αξιολογηθεί σωστά ο αντίκτυπός της στους εργοδότες, τους εργαζομένους και την κοινωνία εν γένει. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει την ανάγκη για περισσότερη έρευνα και μακροπρόθεσμο πρίσμα, προκειμένου να αξιοποιηθούν τα οφέλη και να μετριαστούν οι κίνδυνοι αυτής της μορφής εργασίας.

Παρά τις προφανείς δυνατότητες που προσφέρει τόσο στους εργαζομένους όσο και στους εργοδότες, όπως βελτίωση της παραγωγικότητας, πιο ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας και μεγαλύτερη αυτονομία, η τηλεργασία μπορεί ωστόσο να επηρεάσει αρνητικά την επαγγελματική και την ιδιωτική ζωή των ανθρώπων. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, τα όρια μεταξύ των δύο έγιναν ενίοτε δυσθεώρητα και οδήγησαν σε υπερβολικό φόρτο εργασίας, παρατεταμένο ωράριο εργασίας και ανεπαρκή χρόνο ανάπαυσης.

Με μια νοοτροπία συνεχούς ετοιμότητας, από την οποία πολλοί εργαζόμενοι δυσκολεύονται να αποσυνδεθούν, υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεαστούν αρνητικά η ψυχική και η σωματική υγεία και ευεξία των ανθρώπων. Οι γυναίκες, καθώς εργάζονται συχνότερα από το σπίτι και προσπαθούν να συνδυάσουν την τηλεργασία με τις οικιακές εργασίες, είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες στις αρνητικές πτυχές της τηλεργασίας, αναφέρει η ΕΟΚΕ σε δύο γνωμοδοτήσεις σχετικά με την τηλεργασία που εγκρίθηκαν κατά τη σύνοδο ολομέλειας του Μαρτίου

Τα στοιχεία, που προέρχονται από μελέτη του Eurofound, κατέδειξαν ότι 30% των «τακτικών» εργαζομένων εξ αποστάσεως εργάζονταν πλέον καθημερινά ή αρκετές φορές την εβδομάδα κατά τον ελεύθερο χρόνο τους, ενώ περίπου 20% εργάζονταν περισσότερες από 48 ώρες την εβδομάδα. Περίπου 40% των «τακτικών» τηλεργαζομένων αναπαύονταν λιγότερο από 11 ώρες την ημέρα.

Προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι και να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη της τηλεργασίας στην μετά την πανδημία εποχή, η ΕΟΚΕ καλεί τους κοινωνικούς εταίρους στα κράτη μέλη να διαμορφώσουν κανόνες προσαρμοσμένους σε κάθε χώρα και σε κάθε ειδική κατάσταση ανάλογα με τον κλάδο και την επιχείρηση, στο πλαίσιο του υφιστάμενου κοινωνικού διαλόγου και των συστημάτων συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Η εργασία εξ αποστάσεως θα πρέπει να ρυθμίζεται κατάλληλα, ενώ είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί ότι θα είναι αναστρέψιμη μετά το τέλος της κρίσης COVID-19 και ότι θα παραμείνει εθελούσια. Οι τηλεργαζόμενοι θα πρέπει να έχουν τα ίδια ατομικά και συλλογικά δικαιώματα και τον ίδιο φόρτο εργασίας με τους συναδέλφους τους που εργάζονται στις εγκαταστάσεις των εργοδοτών τους. Οι ρυθμίσεις τηλεργασίας πρέπει να καθορίζονται γραπτώς, διασφαλίζοντας ίση μεταχείριση και ισότιμες συνθήκες υγείας και ασφάλειας στην εργασία, δηλώνει η ΕΟΚΕ.

«Η εργασία από το σπίτι θα αποτελέσει χαρακτηριστικό γνώρισμα των μελλοντικών αγορών εργασίας, αλλά δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να οδηγήσει σε κοινωνική οπισθοδρόμηση και απομόνωση των εργαζομένων. Μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να συνδυάσουν την επαγγελματική με την προσωπική τους ζωή, αλλά δεν μπορούμε να επιτρέψουμε οποιαδήποτε διάκριση ή διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εκείνων που εργάζονται από το σπίτι και εκείνων που αποφασίζουν να μεταβαίνουν στο γραφείο», δήλωσε ο εισηγητής της γνωμοδότησης με θέμα «Προκλήσεις της τηλεργασίας» Carlos Manuel Trindade.

Δεδομένης της ταχείας επέκτασης αυτού του τρόπου εργασίας, και υπό το φως των διδαγμάτων που αντλήθηκαν από την πανδημία, οι υφιστάμενες συμφωνίες της ΕΕ που καλύπτουν την τηλεργασία θα πρέπει να αξιολογηθούν προκειμένου να εξακριβωθεί εάν εξακολουθούν να είναι αποτελεσματικές υπό τις νέες συνθήκες, σημειώνει η ΕΟΚΕ.

Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι συμφωνίες-πλαίσια του 2002 και του 2020 για την τηλεργασία και την ψηφιοποίηση αντίστοιχα, οι οποίες υπογράφηκαν από τους κοινωνικούς εταίρους σε επίπεδο ΕΕ. Τούτες θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους κατά την κατάρτιση των εθνικών πλαισίων για τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους που χρησιμοποιούν αυτή τη μορφή εργασίας.

Επιπροσθέτως, θα μπορούσε να δρομολογηθεί μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή σε επίπεδο κράτους μέλους, προκειμένου να προστατευτεί και να κατοχυρωθεί το δικαίωμα στην αποσύνδεση.

Η ΕΕ και τα κράτη μέλη οφείλουν επίσης να κάνουν χρήση της ισχύουσας νομοθεσίας που εφαρμόζεται πλήρως στην τηλεργασία, όπως οι οδηγίες για τον χρόνο εργασίας και για την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής. Οι οδηγίες αυτές θα πρέπει να μεταφερθούν στο εθνικό δίκαιο και να εφαρμοστούν αναλόγως, καθώς αυτό «θα συντελέσει ασφαλώς στη βελτίωση των συνθηκών για τους τηλεργαζομένους».

Η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στον κίνδυνο χρήσης της τηλεργασίας για την επιβολή διπλού φόρτου αμειβόμενης και μη αμειβόμενης εργασίας. Η οικιακή εργασία εξακολουθεί να μην κατανέμεται ισομερώς μεταξύ γυναικών και ανδρών, επιβαρύνοντας κυρίως τις γυναίκες, γεγονός που μειώνει την ικανότητά τους να είναι παραγωγικές σε αμειβόμενη εργασία και, ενδεχομένως, υπονομεύει τις επαγγελματικές τους προοπτικές.

«Τόσο η κοινωνία στο σύνολό της όσο και οι επιχειρήσεις πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την κατάργηση αυτών των έμφυλων στερεότυπων και για την αναγνώριση των γυναικών ως εργαζόμενων πλήρους απασχόλησης πέρα από τους πολλούς άλλους ρόλους και ιδιότητές τους. Το οικονομικό και κοινωνικό κόστος αυτών των προκαταλήψεων για την κοινωνία είναι επαχθέστατο», δήλωσε η εισηγήτρια της γνωμοδότησης Milena Angelova.

Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ ζητεί επίσης μια «ευρωπαϊκή συμφωνία για την παροχή φροντίδας», τονίζοντας ότι οι διαθέσιμες, προσβάσιμες και οικονομικά προσιτές υποδομές και υπηρεσίες φροντίδας για παιδιά, άτομα με ειδικές ανάγκες και ηλικιωμένους αποτελούν μια ακόμη κρίσιμη προϋπόθεση για την ίση μεταχείριση των φύλων στην τηλεργασία.