European Economic
and Social Committee
Πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες: αυτό που δεν είναι κρίσιμο σήμερα θα μπορούσε να είναι αύριο
Από τους Maurizio Mensi και Michal Pinter
Ο κατάλογος των κρίσιμων πρώτων υλών πρέπει να παραμείνει ευέλικτος και να επανεξετάζεται ανά διετία προκειμένου να συμβαδίζει με τις τεχνολογικές και τις στρατηγικές εξελίξεις.
Η έλλειψη κρίσιμων πρώτων υλών που πλήττει την Ευρώπη μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μέσω μιας τολμηρής και ολοκληρωμένης στρατηγικής της ΕΕ, η οποία θα συνδυάζει επενδύσεις, καινοτομία, ανακύκλωση, βιωσιμότητα και ασφάλεια εφοδιασμού. Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθότι καλύπτει όλες αυτές τις πτυχές και, επιπλέον, συμβάλλει στην πρόληψη δυνητικών στρεβλώσεων του ανταγωνισμού και κατακερματισμού της ενιαίας αγοράς.
Σήμερα, η ΕΕ εξαρτάται από τις εισαγωγές πολλών πρώτων υλών που χρειάζεται σε ποσοστά που κυμαίνονται μεταξύ 75 % και 100 % και αυτό την καθιστά ευάλωτη τόσο σε οικονομικό όσο και σε στρατηγικό επίπεδο (ας αναλογιστούμε, π.χ., την απαγόρευση εξαγωγών γαλλίου και γερμανίου που θέσπισε πρόσφατα η Κίνα).
Η αυξανόμενη δημοτικότητα των καθαρών τεχνολογιών (ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες, φωτοβολταϊκά ηλιακά συστήματα κ.λπ.), ευθύνεται σε σημαντικό βαθμό για την απότομη αύξηση της ζήτησης κρίσιμων πρώτων υλών κατά την περίοδο 2017-2022, με τον ενεργειακό τομέα να αποτελεί τον καταλυτικό παράγοντα για την αυξημένη ζήτηση λιθίου (η ζήτησή του έχει υπερτριπλασιαστεί), κοβαλτίου (αύξηση κατά 70 %) και νικελίου (αύξηση κατά 40 %). Υπό αυτό το πρίσμα, είναι σαφές ότι η ίδια η οικονομική ασφάλεια της ΕΕ εξαρτάται από την ασφάλεια του εφοδιασμού της με κρίσιμες πρώτες ύλες, καθώς οι κίνδυνοι στις αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων πρώτων υλών επηρεάζουν το σύνολο της οικονομίας και την ενιαία αγορά.
Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι το πρώτο βήμα είναι να διασφαλιστεί ένα προβλέψιμο και σταθερό νομικό πλαίσιο για την προσέλκυση επενδύσεων όχι μόνο στην εξερεύνηση και την εξόρυξη πρώτων υλών, αλλά και στην επεξεργασία και την ανακύκλωση (έτσι μπορούν να εξασφαλιστούν σημαντικές ποσότητες χαλκού, λιθίου, νικελίου, κοβαλτίου και άλλων πολύτιμων μετάλλων από χρησιμοποιημένες μπαταρίες, απόβλητα εξόρυξης κ.λπ.).
Δεύτερον, χρειαζόμαστε έναν ευέλικτο κατάλογο κρίσιμων πρώτων υλών, ο οποίος θα μπορεί να προσαρμόζεται εύκολα και θα επικαιροποιείται τουλάχιστον ανά διετία. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, εκτός από τα υλικά που απαριθμούνται ως στρατηγικά ή κρίσιμα στην προτεινόμενη νομοθεσία, υπάρχουν και άλλα που δεν θεωρούνται κρίσιμα επί του παρόντος, αλλά θα μπορούσαν να καταστούν κρίσιμης σημασίας μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα. Η στρατηγική σημασία των διαφόρων υλικών θα πρέπει επίσης να αξιολογηθεί σε τομεακό επίπεδο, ώστε να αντικατοπτρίζεται η ζήτηση στους διάφορους βιομηχανικούς κλάδους.
Τρίτον, πρέπει να εξασφαλίσουμε ευρεία δημόσια στήριξη. Η επέκταση των βιομηχανιών εξόρυξης, επεξεργασίας και ανακύκλωσης θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και θα συμβάλει στην οικονομική πρόοδο. Στην ΕΕ, ο τομέας των πρώτων υλών παρέχει άμεσα περίπου 350 000 θέσεις εργασίας, ενώ περισσότερες από 30 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στον τομέα της μεταποίησης εξαρτώνται από την πρόσβαση σε ορυκτές πρώτες ύλες. Ωστόσο, η δημόσια αποδοχή δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Η εξασφάλιση βιώσιμου εφοδιασμού με πρώτες ύλες και προηγμένα υλικά για την ΕΕ θα απαιτήσει περισσότερες από 1,2 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας έως το 2030. Είναι ζωτικής σημασίας να στηριχθεί η ανάπτυξη δεξιοτήτων στην πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά και στη βιομηχανία πρώτων υλών και στις δημόσιες διοικήσεις των κρατών μελών, με μέτρα τόσο για τους εργαζομένους του κλάδου όσο και για τους δημόσιους υπαλλήλους.
Ένα άλλο βασικό στοιχείο είναι να διασφαλιστεί η αξιόπιστη πρόσβαση σε επαρκείς ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας από μη ορυκτά καύσιμα σε ανταγωνιστικές τιμές. Η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ της μεταρρύθμισης της διαθέσιμης χρηματοδότησης ώστε να στηριχθεί το στάδιο της εμπορικής διάθεσης και να καλυφθούν οι λειτουργικές δαπάνες, αντί να δοθεί προτεραιότητα στο στάδιο Ε&Α των νέων στρατηγικών έργων, όπως συμβαίνει σήμερα. Αυτό θα βοηθούσε την ΕΕ να απαντήσει στη φιλοδοξία του νόμου των ΗΠΑ για τη μείωση του πληθωρισμού (IRA).
Επιπλέον, θα πρέπει να στηρίξουμε τις αγορές δευτερογενών πρώτων υλών με μέτρα για τη δημιουργία εύρυθμα λειτουργουσών αγορών και την ελαχιστοποίηση της διαρροής θραυσμάτων. Για την ακρίβεια, οι αγορές δευτερογενών πρώτων υλών είναι καθοριστικής σημασίας για μια κυκλική οικονομία και θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την εξάλειψη κανονιστικών, οικονομικών ή τεχνικών φραγμών που ανακύπτουν στα διάφορα στάδια της αλυσίδας αξίας.
Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι η δημόσια χρηματοδότηση θα πρέπει να χορηγείται ευκολότερα εάν οι εξορύξεις βασίζονται σε προκαταρκτικές οικονομικές και περιβαλλοντικές μελέτες οι οποίες αξιολογούν τις επιπτώσεις των ρύπων τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο απαιτείται συντονισμός με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις. Επίσης, ορισμένα αντιμονοπωλιακά εργαλεία της ΕΕ θα πρέπει να προσαρμοστούν, προκειμένου να συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων της προτεινόμενης νομοθεσίας, αποφεύγοντας παράλληλα αδικαιολόγητες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά (για παράδειγμα, το πλαίσιο ελέγχου θα μπορούσε να εφαρμόζεται με πιο ευέλικτο τρόπο στις συγχωνεύσεις, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τους στόχους της Πράσινης Συμφωνίας, αλλά και τους στόχους της πράξης για τις κρίσιμες πρώτες ύλες).
Τέλος, χρειαζόμαστε αποτελεσματικά μέτρα εμπορικής άμυνας για να προστατευτούν οι νέες ευρωπαϊκές επενδύσεις και να διασφαλιστεί ότι μπορούμε να αντεπεξέλθουμε στον ανταγωνισμό με άλλους σημαντικούς παράγοντες. Για τη διαφοροποίηση των εξωτερικών πηγών των κρίσιμων πρώτων υλών, η ΕΕ θα πρέπει να διερευνήσει τρόπους σύναψης συμφωνιών εταιρικής σχέσης και συνεργασίας, μεταξύ άλλων με υποψήφιες προς ένταξη στην ΕΕ χώρες, χρηματοδοτώντας έργα για την ανάπτυξη εκστρατειών εξερεύνησης σε επιλεγμένες νέες τοποθεσίες και/ή σε εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις εξόρυξης. Οι εν λόγω εταιρικές σχέσεις θα μπορούσαν να εξαρτώνται από τη δέσμευση των υποψήφιων προς ένταξη χωρών να ευθυγραμμίσουν ταχύτερα τις περιβαλλοντικές πολιτικές τους με το δίκαιο και τα πρότυπα της ΕΕ.