Η ΕΟΚΕ θεωρεί επίκαιρες και αναγκαίες τις προτάσεις της Επιτροπής για την ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου στα κράτη μέλη και την ΕΕ, αλλά ζητεί να ληφθούν πρόσθετα μέτρα. Απαιτείται να αναληφθεί δράση για τη βελτίωση των εθνικών διαβουλεύσεων με τους κοινωνικούς εταίρους, την κάλυψη των εθνικών και ευρωπαϊκών συλλογικών διαπραγματεύσεων και την εφαρμογή των συμφωνιών των κοινωνικών εταίρων.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έχει επικροτήσει την πρόσφατη πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ενίσχυση και προώθηση του κοινωνικού διαλόγου στην ΕΕ. Εντούτοις, επισήμανε ορισμένα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν για να διασφαλιστεί ότι ο κοινωνικός διάλογος είναι ουσιαστικός και αποτελεσματικός σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Στη γνωμοδότηση που ενέκρινε κατά τη σύνοδο ολομέλειάς της τον Απρίλιο, η ΕΟΚΕ ανέλυσε την πρόσφατη ανακοίνωση της Επιτροπής για την ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου και την πρόταση για σύσταση του Συμβουλίου επί του ιδίου θέματος.

Η ΕΟΚΕ επισήμανε τον κίνδυνο να εκληφθεί ως δεδομένο το θετικό αποτέλεσμα του κοινωνικού διαλόγου και συνέστησε στην Επιτροπή να μελετήσει τα επιτυχημένα εθνικά, περιφερειακά και τομεακά μοντέλα και να κατανοήσει τους λόγους της επιτυχίας τους.

«Δεδομένου ότι η πρωτοβουλία της Επιτροπής φιλοδοξεί να ενισχύσει τον κοινωνικό διάλογο, πρέπει να επικροτηθεί. Ταυτόχρονα, η γνωμοδότησή μας συνιστά πρόσθετα μέτρα, λόγου χάρη όσον αφορά τη βελτίωση του τριμερούς κοινωνικού διαλόγου σε εθνικό επίπεδο, τη βελτίωση της κάλυψης των συλλογικών διαπραγματεύσεων, καθώς και τη χρήση των οδηγιών του Συμβουλίου με μέλημα τη θέσπιση σαφών κανόνων για την εφαρμογή των συμφωνιών των κοινωνικών εταίρων» δήλωσε ο εισηγητής της γνωμοδότησης Pekka Ristelä.

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, ο αποτελεσματικός κοινωνικός διάλογος πρέπει να περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικούς και νόμιμους κοινωνικούς εταίρους με γνώσεις, τεχνικές ικανότητες και έγκαιρη πρόσβαση στις πληροφορίες. Η συμμετοχή στον εν λόγω διάλογο απαιτεί επίσης πολιτική βούληση και δέσμευση. Ο σεβασμός της αυτονομίας και των δικαιωμάτων των κοινωνικών εταίρων, όπως το δικαίωμα στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, αποτελεί προαπαιτούμενο σε συνδυασμό με ένα ευνοϊκό νομικό και θεσμικό πλαίσιο.

«Πιστεύουμε ότι η προτεινόμενη σύσταση είναι το κατάλληλο εργαλείο για υποστηριχθεί η εν λόγω διαδικασία, εφόσον θεσπίζει σαφείς και αποτελεσματικές διατάξεις παρακολούθησης, όπως είχε αρχικά προτείνει η Επιτροπή. Από τη συζήτηση μεταξύ των κρατών μελών αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό φαίνεται να αποτελεί πρόβλημα εξαρχής. Το τελικό κείμενο της σύστασης θα αποτελέσει τη λυδία λίθο για την αληθινή πολιτική βούληση να ενισχυθεί πραγματικά η διαδικασία», δήλωσε η συνεισηγήτρια Maryia Mincheva.

Δεδομένου ότι σε ορισμένα κράτη μέλη οι τριμερείς κοινωνικοί διάλογοι αποτελούν ζήτημα μάλλον τύπου παρά ουσίας, η ΕΟΚΕ προτείνει να θεσπιστεί ένα κοινό αποτελεσματικό πλαίσιο για τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων σε εθνικό επίπεδο. Εάν οι κοινωνικοί εταίροι δεν συμμετέχουν ουσιαστικά, η ΕΟΚΕ συνιστά να αναλάβει δράση η Επιτροπή.

Η ΕΟΚΕ επισήμανε ότι ο κοινωνικός διάλογος, ο οποίος περιλαμβάνει ένα ευρύτερο φάσμα ενδιαφερόμενων φορέων και θεμάτων, αποτελεί διακριτή διαδικασία. Η διάκριση αυτή θα πρέπει να γίνεται και όσον αφορά την υποστήριξη της ανάπτυξης ικανοτήτων των κοινωνικών εταίρων και της κοινωνίας των πολιτών. (ll)