Η ΕΟΚΕ ζητεί την ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου στην ΕΕ

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) υποστηρίζει την ενθάρρυνση εποικοδομητικού διαλόγου στα κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς ο διάλογος αυτός διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των οικονομικών, εργασιακών και κοινωνικών πολιτικών που βελτιώνουν τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας σε ολόκληρη την ΕΕ και είναι, ως εκ τούτου, αναγκαίος για την προώθηση και την επίτευξη οικονομικής βιωσιμότητας.

Στη γνωμοδότησή της με θέμα Ο κοινωνικός διάλογος ως σημαντικός πυλώνας οικονομικής βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας των οικονομιών λαμβανομένης υπόψη της επιρροής του ζωηρού πολιτικού διαλόγου στα κράτη μέλη, η ΕΟΚΕ προέβη σε επισκόπηση των εθνικών πρακτικών κοινωνικού διαλόγου, εξετάζοντάς τες υπό το πρίσμα προγενέστερων κρίσεων. Η ΕΟΚΕ διερεύνησε επίσης τόσο τον τρόπο με τον οποίο η έννοια του κοινωνικού διαλόγου ―και ιδιαίτερα η τριμερής μορφή του που περιλαμβάνει τις δημόσιες αρχές― μπορεί να προχωρήσει πέρα από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις όσο και τον τρόπο με τον οποίο καθίσταται ζωτικό μέσο για την ορθή διαχείριση κάθε διαδικασίας αλλαγής.

Η γνωμοδότηση καταρτίστηκε κατόπιν αιτήματος της γερμανικής Προεδρίας της ΕΕ από την Vladimíra Drbalová, πρώην μέλος της ΕΟΚΕ, και την Cinzia Del Rio η οποία παραμένει μέλος της ΕΟΚΕ.

Οι χώρες με παγιωμένους μηχανισμούς κοινωνικού διαλόγου ανταποκρίνονται καλύτερα και ταχύτερα σε κρίσεις, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων με παγκόσμια εμβέλεια, όπως η πανδημία COVID-19. Ωστόσο, στη γνωμοδότηση διαπιστώθηκε ότι σε πολλές χώρες ο κοινωνικός διάλογος είτε παραμένει κατακερματισμένος και απλώς περιστασιακός είτε έχει αποδυναμωθεί με ταυτόχρονη υπονόμευση της αυτονομίας των κοινωνικών εταίρων.

Στη γνωμοδότηση απαριθμούνται ορισμένες συστάσεις για χρηστή μετα-πανδημική διαχείριση στο εγγύς μέλλον, συμπεριλαμβανομένης της διασφάλισης της ενεργού συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων στον σχεδιασμό και την εφαρμογή εθνικών σχεδίων ανάκαμψης και της ενθάρρυνσης της χρηστής εταιρικής διακυβέρνησης με βάση τον κοινωνικό διάλογο και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Ωστόσο, για να είναι αποτελεσματικός, ο κοινωνικός διάλογος πρέπει να περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικούς και νόμιμους κοινωνικούς εταίρους, αλλά και τις κυβερνήσεις που έχουν δεσμευθεί να συμμετέχουν σε αυτόν. Εξίσου σημαντικός είναι ο σεβασμός της αυτονομίας των κοινωνικών εταίρων, της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και του δικαιώματος συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Ο κοινωνικός διάλογος κατοχυρώνεται στις Συνθήκες της ΕΕ και οι Ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να αξιοποιήσουν όλες τις δυνατότητες που τους παρέχει αυτή η κατοχύρωση.

Οι κοινωνικοί εταίροι πρέπει να συμμετέχουν κατά τη διαδικασία του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου για την οικονομική διακυβέρνηση, ιδίως κατά τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και των πολιτικών στον τομέα της απασχόλησης, στον κοινωνικό τομέα και, κατά περίπτωση, στον τομέα της οικονομίας.

«Χρειαζόμαστε έναν δεσμευτικό μηχανισμό διαβούλευσης για τους κοινωνικούς εταίρους στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο. Λόγω των οικονομικών και των κοινωνικών επιπτώσεων της πανδημίας, η συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στην κατάρτιση των σχεδίων ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, συμπεριλαμβανομένων των κυβερνητικών εργαλείων υποβολής εκθέσεων, είναι σήμερα σημαντικότερη από ποτέ», δήλωσε η κ. Del Rio. (ll)