Η προτεινόμενη επικαιροποίηση του κανονισμού για τα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών είναι αναγκαία και ευπρόσδεκτη, προκειμένου η ΕΕ να συμβάλει πραγματικά στη βιωσιμότητα και την έξυπνη κινητικότητα, μέσω των σιδηροδρόμων μεταξύ άλλων. Αυτό ήταν το κύριο μήνυμα της γνωμοδότησης με θέμα «Αναθεώρηση του κανονισμού ΔΕΔ-Μ και του κανονισμού για τους σιδηροδρομικούς εμπορευματικούς διαδρόμους», η οποία εγκρίθηκε κατά τη σύνοδο ολομέλειας του Μαρτίου.

Ο νέος κανονισμός θα επικαιροποιήσει το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο που χρονολογείται από το 2013 και θα συμβάλει στην επίτευξη, από πλευράς υποδομών, των στόχων της Πράσινης Συμφωνίας, της στρατηγικής για βιώσιμη και έξυπνη κινητικότητα και του σχεδίου δράσης για τους σιδηροδρόμους. 

Σχολιάζοντας την έγκριση της γνωμοδότησης, ο κ. Back είπε: «Ήταν πλέον καιρός να προταθεί ένας νέος κανονισμός που να λαμβάνει υπόψη το σημερινό πλαίσιο πολιτικής και να κεφαλαιοποιεί τα διδάγματα που αντλήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Το σχέδιο ενίσχυσης των κανόνων για την εφαρμογή των ΔΕΔ-Μ είναι ένα πολύ καλό νέο, διότι η ανάπτυξη του παρόντος κανονισμού σημείωσε σημαντικές καθυστερήσεις και δεν υπήρξε ικανοποιητική».

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ιδιαιτέρως την πρόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να θέσει τη συνοχή στον πυρήνα της πρότασης. Αυτό σημαίνει διασφάλιση της προσβασιμότητας και της συνδεσιμότητας σε όλες τις περιφέρειες της ΕΕ, τόσο για την επιβατική όσο και για την εμπορευματική κυκλοφορία κατά την υλοποίηση του δικτύου. Επιπροσθέτως, ο νέος κανονισμός θα πρέπει να επιτύχει αποτελεσματικό συντονισμό και διασύνδεση μεταξύ της κυκλοφορίας μεγάλων αποστάσεων, της περιφερειακής και της τοπικής κυκλοφορίας αφενός, και των μεταφορών στους αστικούς κόμβους αφετέρου.

Από τεχνική σκοπιά, η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ της ολοένα και μεγαλύτερης εναρμόνισης των απαιτήσεων για τις υποδομές του κεντρικού και του εκτεταμένου δικτύου και του καθορισμού οροσήμων: το 2030 για την υλοποίηση του κεντρικού δικτύου, το 2040 για το διευρυμένο κεντρικό δίκτυο και το 2050 για το εκτεταμένο δίκτυο. Όσον αφορά την προθεσμία έως το 2030, η ΕΟΚΕ επαναδιατυπώνει τις αμφιβολίες της σχετικά με το κατά πόσον είναι εφικτή η τήρησή της, οι οποίες εκφράστηκαν στην έκθεση αξιολόγησης του 2020, αλλά εκτιμά ότι η προθεσμία πρέπει να διατηρηθεί για να ασκηθεί πίεση στα κράτη μέλη. (mp)