European Economic
and Social Committee
Υγεία και ασφάλεια στην εργασία: οι νέοι επαγγελματικοί κίνδυνοι απαιτούν ισχυρό κοινωνικό διάλογο
Παρά τη μετατόπιση των επαγγελματικών κινδύνων λόγω της ψηφιοποίησης της εργασίας —η οποία επέφερε κατακόρυφη αύξηση του άγχους, της επαγγελματικής εξουθένωσης ή των εργονομικών τραυματισμών, αλλά και ελαφρά μείωση του αριθμού των εργατικών ατυχημάτων―, ο κοινωνικός διάλογος παραμένει καθοριστικής σημασίας για την προώθηση της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία, επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) στη γνωμοδότησή της με θέμα «Ο κοινωνικός διάλογος ως εργαλείο προώθησης της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία».
«Τα μέτρα για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία που εφαρμόζονται μέσω του κοινωνικού διαλόγου όχι μόνο συμβάλλουν θετικά στην υγεία των εργαζομένων, αλλά μπορούν επίσης να βελτιώσουν την κερδοφορία των επιχειρήσεων και να μειώσουν το κόστος της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και των συχνών απουσιών από την εργασία. Το κόστος με το οποίο επιβαρύνουν την κοινωνία οι τραυματισμοί και οι ασθένειες που συνδέονται με την εργασία εκτιμάται σε 476 δισ. ευρώ ή σε ποσοστό 3,3 % του ΑΕγχΠ», δήλωσε η εισηγήτρια της γνωμοδότησης Franca Salis-Madinier.
Ωστόσο, η ποιότητα του κοινωνικού διαλόγου ποικίλλει στα διάφορα κράτη μέλη, με αποτέλεσμα την ενίοτε ανομοιόμορφη εφαρμογή αυτόνομων συμφωνιών που συνάπτουν οι κοινωνικοί εταίροι στον τομέα της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία ανά την ΕΕ.
Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, ο ευρωπαϊκός κοινωνικός διάλογος θα πρέπει να ενισχυθεί με στόχο τη διασφάλιση της ομοιόμορφης προστασίας όλων των εργαζομένων της ΕΕ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει, επομένως, να θεσπίσει σαφή κριτήρια προκειμένου να διασφαλίσει την εφαρμογή των συμφωνιών που συνάπτουν οι κοινωνικοί εταίροι σε όλα τα κράτη μέλη, ιδίως υπό το πρίσμα της απόφασης του Δικαστηρίου της ΕΕ που ορίζει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να δίνει συνέχεια στα αιτήματα των κοινωνικών εταίρων σχετικά με την εφαρμογή των συμφωνιών.
Ωστόσο, εκτός από εποικοδομητικό κοινωνικό διάλογο, ο καθορισμός των γενικών κατευθυντήριων γραμμών για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία απαιτεί επίσης ισχυρό κανονιστικό πλαίσιο. Οι συμφωνίες που καταλήγουν σε οδηγίες του Συμβουλίου, μετά από αίτημα που υποβάλλουν και τα δύο υπογράφοντα μέρη, φαίνονται περισσότερο αποτελεσματικές διότι εγγυώνται συγκεκριμένα σχέδια δράσης στα κράτη μέλη.
Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ ζητεί νέες κατευθυντήριες γραμμές για την τηλεργασία, μια περισσότερο φιλόδοξη θέση για την καταπολέμηση του καρκίνου, καθώς και οδηγίες της ΕΕ σχετικά με τις μυοσκελετικές διαταραχές και τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους που εξελίσσονται σε τεράστια απειλή για τους Ευρωπαίους εργαζομένους.
Η Ομάδα των Εργοδοτών της ΕΟΚΕ κατέθεσε μια σειρά τροπολογιών επί της γνωμοδότησης, εκφράζοντας την αντίθεσή της, ιδίως όσον αφορά τα αιτήματα για νέα κανονιστικά μέτρα και, για παράδειγμα, την προτεινόμενη δράση της ΕΕ σχετικά με τις μυοσκελετικές διαταραχές και τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους, καθώς και την κατάρτιση νέων κατευθυντήριων γραμμών για την τηλεργασία.
Η γνωμοδότηση, η οποία ζητήθηκε από τη γαλλική Προεδρία της ΕΕ, εγκρίθηκε κατά τη σύνοδο ολομέλειας της ΕΟΚΕ τον Ιανουάριο, με 172 ψήφους υπέρ, 32 ψήφους κατά και 70 αποχές. (ll)