Του Marcin Nowacki

Καθώς η Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα ταχέως μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο, τίθεται ένα καίριο ζήτημα: Πώς μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να διαφυλάξει την ασφάλειά της σε έναν ολοένα και πιο αβέβαιο κόσμο; Στη γνωμοδότησή της με θέμα «Χρηματοδότηση της άμυνας στην ΕΕ», η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) παρουσιάζει έναν ολοκληρωμένο χάρτη πορείας για την ενίσχυση της ασφάλειας της ΕΕ και την προετοιμασία τόσο για τις τρέχουσες όσο και για τις μελλοντικές προκλήσεις.

Η γνωμοδότηση εκπονήθηκε σε μια περίοδο κλιμάκωσης των απειλών κατά της ασφάλειας. Στον πυρήνα της θέσης της ΕΟΚΕ βρίσκεται το κάλεσμα για έναν ενιαίο και ισχυρό μηχανισμό χρηματοδότησης της ΕΕ στον τομέα της άμυνας. Οι υφιστάμενες δομές χρηματοδότησης δεν επαρκούν και απαιτούνται αλλαγές. Χωρίς μια πιο συντονισμένη προσέγγιση όσον αφορά τη χρηματοδότηση της άμυνας, η ΕΕ κινδυνεύει να μην είναι σε θέση να προστατεύσει τα συμφέροντά της. Μεταξύ των προβληματισμών που αναφέρονται στη γνωμοδότηση είναι και το γεγονός ότι «το 78 % των 75 δισεκατομμυρίων ευρώ που δαπανήθηκαν από τις χώρες της ΕΕ για δημόσιες συμβάσεις στον τομέα της άμυνας διατέθηκε σε προμηθευτές εκτός ΕΕ», όπως αναφέρεται στην έκθεση της Επιτροπής με τίτλο «Το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας». Η αυξανόμενη εξάρτηση από προμηθευτές εκτός ΕΕ δεν πρέπει να αγνοηθεί.

Ωστόσο, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η αύξηση των δαπανών, αλλά η πιο συνετή και αποδοτική διαχείρισή τους. Η ΕΟΚΕ συνιστά την ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ ΕΕ-ΝΑΤΟ, την αύξηση της χρηματοδότησης για πρωτοβουλίες όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός για την Ειρήνη και την εστίαση σε αγορές από κοινού με στόχο τον εξορθολογισμό των πόρων και τη μείωση του κόστους. Επιπλέον, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ πρέπει να δεσμευτούν να δαπανούν τουλάχιστον το 2,5 % του ΑΕΠ τους για την άμυνα, πράγμα που θα ενισχύσει την ικανότητα αντίδρασης της Ευρώπης στις τρέχουσες γεωπολιτικές απειλές. Ο στόχος περί υψηλότερων δαπανών διασφαλίζει ότι τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ συμβάλλουν πιο αποτελεσματικά στη συλλογική ασφάλεια, με παράλληλη διατήρηση της πλήρους κυριαρχίας τους επί των ενόπλων δυνάμεών τους.

Επιπλέον, πρωτοβουλίες όπως ο κανονισμός σχετικά με τη στήριξη της παραγωγής πυρομαχικών (ASAP) και το μέσο για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας μέσω κοινών προμηθειών (EDIRPA) είναι ουσιαστικής σημασίας για την ενίσχυση των αμυντικών ικανοτήτων της ΕΕ. Οι προσπάθειες αυτές θα επιτρέψουν στην Ευρώπη να συγκεντρώσει αποτελεσματικά πόρους και να διασφαλίσει τη στρατιωτικοπολιτική της ετοιμότητα.

Οι τεχνολογικές εξελίξεις, μεταξύ άλλων στους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης, των μη επανδρωμένων αεροσκαφών και της κυβερνοασφάλειας, καθίστανται ολοένα και πιο ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια. Η ΕΟΚΕ τονίζει τη σημασία των επενδύσεων σε αυτούς τους τομείς για να προληφθούν οι αναδυόμενες απειλές. Η συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είναι καίριας σημασίας για την προώθηση της καινοτομίας, ιδίως στους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης, των μη επανδρωμένων αεροσκαφών και των συστημάτων κυβερνοασφάλειας.

Στη γνωμοδότησή της η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ ενός ανθεκτικού ευρωπαϊκού αμυντικοβιομηχανικού οικοσυστήματος, το οποίο θα προάγει την ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων, ΜμΕ και κυβερνήσεων. Η προώθηση της καινοτομίας και η διατήρηση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας θα μειώσουν την εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές και θα συμβάλουν στην οικοδόμηση μιας πιο αυτάρκους αμυντικής βιομηχανίας.

Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονούνται οι περιφερειακές πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται στην ΕΕ. Η ενίσχυση των περιφερειακών συνεργασιών θα συμβάλει στη διαμόρφωση αμυντικών στρατηγικών προσαρμοσμένων στις ειδικές προκλήσεις ασφάλειας που αντιμετωπίζουν τα διάφορα κράτη μέλη. Η προσέγγιση αυτή διασφαλίζει ότι οι περιφερειακοί προβληματισμοί λαμβάνονται επαρκώς υπόψη εντός του ευρύτερου ενωσιακού πλαισίου.

Η ενίσχυση της άμυνας της ΕΕ δεν αφορά μόνο την ασφάλεια, αλλά και την προάσπιση των αξιών της Ένωσης. Είμαστε πεπεισμένοι ότι, ακολουθώντας το χάρτη πορείας που παρουσιάζεται στη γνωμοδότησή μας η ΕΕ μπορεί να διασφαλίσει το μέλλον της και να διαφυλάξει την ειρήνη και τα οικονομικά της συμφέροντα.