του Stefano Palmieri
Ομάδα των Εργαζομένων της ΕΟΚΕ

Οι εκθέσεις Letta και Draghi, αν και εμφανίζουν σημαντικές διαφορές στις αναλύσεις τους και στις στρατηγικές που προτείνουν, αλληλεπικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πολιτική συνοχής. Στην έκθεση Letta η πολιτική αυτή διαδραματίζει κεντρικό ρόλο καθότι διασφαλίζει την ίση κατανομή των οφελών της ενιαίας αγοράς σε όλους τους πολίτες και τις περιφέρειες της Ένωσης. Στην ίδια έκθεση υπογραμμίζεται επίσης η σχέση μεταξύ της πολιτικής συνοχής και των υπηρεσιών κοινής ωφελείας, οι οποίες είναι απολύτως απαραίτητες για να μπορούν οι Ευρωπαίοι να ζουν και να εργάζονται στον τόπο της επιλογής τους. Αντίθετα, η έκθεση Draghi φαίνεται να υποβαθμίζει τη σημασία της πολιτικής συνοχής και την κοινωνική και τοπική διάσταση της ανταγωνιστικότητας. Στην έκθεση Draghi η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα εξετάζεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι περιφερειακές ανισότητες ενώ υπονοείται ότι για να επιλυθούν τα περιφερειακά προβλήματα, αρκεί απλά και μόνο να δοθεί ώθηση στη συνολική ανταγωνιστικότητα της ΕΕ. Παραβλέπεται έτσι το γεγονός ότι, για πολλές περιφέρειες, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα και το περιφερειακό μειονέκτημά τους αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Και στις δύο εκθέσεις αναγνωρίζεται ότι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης δεν αποτελεί πλέον επιλογή για την Ένωση. Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα και της πολυπλοκότητας των σημερινών κρίσεων, είναι απαραίτητο να αλλάξει σημαντικά η ευρωπαϊκή διαδικασία χάραξης πολιτικής, ακόμα και αν χρειαστεί να τροποποιηθούν οι Συνθήκες. Μπορεί όμως να μιλά κανείς για διεύρυνση παραβλέποντας την ανάγκη εμβάθυνσης της πολιτικής ολοκλήρωσης; Η εξέλιξη αυτή πρέπει επίσης να επιφέρει αλλαγή κλίμακας. Το τρέχον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ) είναι ανεπαρκές καθότι αντιστοιχεί σε λίγο περισσότερο από το 1 % του ΑΕΕ της ΕΕ και παρεμποδίζεται από την παρωχημένη λογική της «δίκαιης ανταπόδοσης» («juste retour»). Είναι αναγκαίο να υπάρξει μια νέα προσέγγιση, κατά το πρότυπο του Μέσου Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι έκτακτες προκλήσεις πρέπει να αντιμετωπιστούν με τολμηρές λύσεις, συμπεριλαμβανομένης της παροχής «κοινών εχεγγύων», όπως η έκδοση κοινών ομολόγων που εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Με το προσεχές ΠΔΠ 2028-2034 θα διερευνηθούν οι πραγματικές προθέσεις της ΕΕ, κατά τον καθορισμό των προτεραιοτήτων για την επόμενη επταετία. Υπό αυτές τις συνθήκες, αναμένεται εύλογα να διενεργηθεί ανοικτή συζήτηση σχετικά τόσο με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΕ, δεδομένων των αλλεπάλληλων συνεχιζόμενων κρίσεων, όσο και με τους βασικούς στόχους της ΕΕ και τα κοινά ευρωπαϊκά αγαθά που φιλοδοξεί να προσφέρει στους πολίτες της.

Όσον αφορά το ενδεχόμενο κανονιστικής μεταρρύθμισης, όπως συνιστάται και στις δύο εκθέσεις, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ΕΕ αποτελεί την πιο προηγμένη «κοινωνική οικονομία της αγοράς» στον κόσμο. Τα υψηλά οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά της πρότυπα αποτελούν σημαντικούς παράγοντες επιτυχίας του εν λόγω μοντέλου, και όχι εμπόδια. Για τον λόγο αυτό, η σύγκριση των κανονισμών της ΕΕ με τους κανονισμούς των ΗΠΑ ή της Κίνας είναι θεμελιωδώς εσφαλμένη. Κάθε προσπάθεια απλούστευσης των κανόνων της ΕΕ πρέπει να συνεχίσει να στοχεύει στην προστασία των συνθηκών εργασίας, της ασφάλειας των εργαζομένων, των δικαιωμάτων των καταναλωτών, της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής και της βιώσιμης ανάπτυξης.

Η Ευρώπη μπορεί να άργησε, αλλά κατάλαβε ότι δεν αρκεί πλέον να είναι μια μεγάλη αγορά. Για να προχωρήσει μπροστά, πρέπει να καταβάλει προσπάθειες ώστε να ενισχύσει την ενότητά της, μεταξύ άλλων μέσω της εμβάθυνσης της πολιτικής ολοκλήρωσης, και να διαμορφώσει πραγματικά ενοποιημένες πολιτικές στους τομείς της οικονομίας, της βιομηχανίας, του εμπορίου, των εξωτερικών υποθέσεων και της άμυνας. Οι προσεχείς μήνες θα έχουν καθοριστική σημασία για τη διάπλαση του μέλλοντος της Ευρώπης.