European Economic
and Social Committee
Έφυγα για τα σύνορα πολύ αυθόρμητα μαζί με ένα συνάδελφο, στις 5 το πρωί, το Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2022. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία μετρούσε ήδη δύο μέρες.
Τέτοια ταξίδια είναι ρουτίνα για κάθε έμπειρο φωτογράφο, αλλά η έξαψη δεν λείπει ούτε αυτή τη φορά. Οδηγούμε λίγο στο σκοτάδι, με κατεύθυνση το Ψέμισλ. Καθ’ οδόν μένουμε από καύσιμα. Αρκετοί μπερδεμένοι άνθρωποι, ελαφρύς πανικός.
Φτάνουμε. Πρώτα, ο συνοριακός σταθμός στη Μεντίκα. Τεράστιο μποτιλιάρισμα, πολλά σταθμευμένα αυτοκίνητα. Πλήθη που περιμένουν συγγενείς και φίλους.
Έρχεται η πρώτη ομάδα. Έχω δει πολλά στη ζωή μου, αλλά το θέαμα μου προκαλεί κόμπο στο λαιμό. Νέες μητέρες βαδίζουν. Καθεμιά τους σπρώχνει ένα καροτσάκι, σέρνει μια βαλίτσα ή κρατάει ένα παιδικό χέρι. Τις βοηθούν οι Πολωνοί συνοριοφύλακες, συγκινημένοι.
Όλα μοιάζουν λίγο διαφορετικά στην άλλη μεριά των συνόρων από ό,τι πριν από λίγο καιρό. Εδώ, καλωσορίζουν τους νεοαφιχθέντες με χαρά, με δάκρυα στα μάτια. Φίλοι ή συγγενείς παίρνουν τις νέες αυτές γυναίκες στα αυτοκίνητά τους. Είναι πλέον ασφαλείς. Όχι πολύ μακριά, για την ακρίβεια ακριβώς δίπλα, υπάρχει ένα πλήθος Ουκρανών που θέλουν να γυρίσουν στη χώρα τους. Κυρίως άντρες. Θα πολεμήσουν τον εχθρό.
Μετά κατευθύνομαι στο συνοριακό σταθμό της Κορτσόβα. Το βράδυ, στο σιδηροδρομικό σταθμό του Ψεμίσλ και στο σημείο υποδοχής στο σουπερμάρκετ.
Και ούτω καθεξής για τρεις ημέρες.
Κάθε φορά είναι διαφορετικά. Ολοένα περισσότεροι πρόσφυγες, ολοένα περισσότεροι άνθρωποι που θέλουν να βοηθήσουν. Και βοηθούν. Η κατάσταση μοιάζει να είναι υπό έλεγχο. Τα καταστήματα λειτουργούν, υπάρχει ηλεκτρικό και, για την ώρα, μπορείς να τηλεφωνήσεις παντού. Οι στοίβες από ρούχα και τρόφιμα μεγαλώνουν. Όλα θα φανούν χρήσιμα. Μόνο τα νέα από το μέτωπο είναι ολοένα πιο τρομακτικά.
Στην επιστροφή, περνά από δίπλα μας μια μεγάλη ακολουθία στρατιωτικών οχημάτων. Τα πράγματα είναι σοβαρά. Στο κάτω κάτω, πέρα από τα σύνορα συμβαίνει πραγματικός πόλεμος.
Ολοένα περισσότεροι πρόσφυγες καταφτάνουν από την Ουκρανία. Ο αριθμός τους έχει πλέον ξεπεράσει κατά πολύ το ένα εκατομμύριο.
Οι περισσότεροι πηγαίνουν σε μεγάλες πόλεις, όπου ζουν σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, στάδια και κέντρα φροντίδας.