Από τον Stefano Mallia, πρόεδρο της Ομάδας των Εργοδοτών

Η δημοσίευση της έκθεσης του Mario Draghi επανέφερε εκ νέου στο προσκήνιο την επιτακτική ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι οικονομικές προκλήσεις της Ευρώπης. Τόσο η έκθεση Letta όσο και η έκθεση Draghi κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου: η Ευρώπη βρίσκεται σε καθοριστική καμπή και δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού.

Ο πήχης έχει πλέον ανέβει: τις περασμένες δύο δεκαετίες, η ΕΕ καταγράφει συστηματικά χαμηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η Κίνα μειώνει γρήγορα τη διαφορά. Από το 2002 έως το 2023 η υστέρηση της ΕΕ έναντι των ΗΠΑ ως προς το ΑΕΠ (τιμές του 2015) διευρύνθηκε από λίγο πάνω από το 15 % στα ανησυχητικά πλέον επίπεδα του 30 %. Η σύγκριση γίνεται ακόμα πιο συντριπτική με όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (ΙΑΔ): η διαφορά έχει αυξηθεί από το 12% στο διόλου ευκαταφρόνητο 34%.

Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις είναι το ρυθμιστικό περιβάλλον της Ευρώπης. Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί: από το 2019 έως το 2024 η ΕΕ έθεσε σε ισχύ περίπου 13.000 νομοθετικές πράξεις έναντι 3.500 νομοθετικών πράξεων που τέθηκαν σε ισχύ στις ΗΠΑ.

Αυτός ο υπέρμετρος κανονιστικός φόρτος αύξησε το κόστος συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις, στερώντας πόρους από την καινοτομία και τη βελτίωση των επιδόσεων. Επιπλέον, το γεγονός αυτό ενθάρρυνε την ανησυχητική τάση της μετεγκατάστασης των εταιρειών εκτός της ΕΕ, καθώς μεταξύ του 2008 και του 2021 30 % των ευρωπαϊκών «εταιρειών-μονόκερων» αποχώρησαν από την ΕΕ.

Όπως τονίζει η έκθεση Draghi, οι επενδύσεις από μόνες τους δεν θα πάνε την Ευρώπη μπροστά. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι οι μεταρρυθμίσεις θα οδηγήσουν σε ουσιαστική πρόοδο. Πρέπει να επικεντρωθούμε στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς και στην άρση των φραγμών, δίνοντας προτεραιότητα σε μια συνεκτική προσέγγιση για τη μείωση του φόρτου και τον εξορθολογισμό των κανονιστικών ρυθμίσεων. Τα βήματα αυτά, τα οποία είναι κομβικής σημασίας, μπορούν να γίνουν αμέσως, χωρίς να δοθούν μεγάλες πολιτικές μάχες, και αναμένεται να αποφέρουν απτά οφέλη στις επιχειρήσεις, ιδίως στις ΜΜΕ, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των οικονομιών μας.

Επιπλέον, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την αλληλεξάρτηση των τομέων και των οικονομιών μας. Οι βελτιώσεις σε έναν τομέα μπορούν να οδηγήσουν σε θετικές αλυσιδωτές επιπτώσεις σε άλλους τομείς. Παραδείγματος χάρη, η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης και των τεχνολογιών που βασίζονται στα δεδομένα μπορεί να υποστηρίξει την εξυπνότερη διαχείριση της ενέργειας σε όλους τους κλάδους, από την προηγμένη μεταποίηση έως τη γεωργία ακριβείας, μειώνοντας σημαντικά το κόστος και τις εκπομπές. Αυτά είναι τα είδη συνεργειών που πρέπει να επιδιώξουμε.

Η πορεία που πρέπει να ακολουθήσουμε είναι σαφής. Η Ευρώπη έχει την ικανότητα, το ταλέντο και το δυναμικό καινοτομίας να ανακτήσει το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα. Ωστόσο, χρειάζεται ισχυρή πολιτική βούληση, πνεύμα συνεργασίας και προσήλωση σε μακρόπνοους στρατηγικούς στόχους. Τώρα, εναπόκειται σε εμάς —τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη— να μετατρέψουμε αυτές τις ευκαιρίες σε δράση που θα επιφέρει πραγματικές αλλαγές.