Η παγκόσμια κρίση των τιμών των τροφίμων έχει επιδεινωθεί από τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά, στην πραγματικότητα, οφείλεται σε πιο διαρθρωτικά και συστημικά προβλήματα στην αγορά βασικών προϊόντων, τα οποία προκαλούν πείνα και απειλούν τα μέσα διαβίωσης των ανθρώπων, επισήμανε η ΕΟΚΕ σε γνωμοδότηση πρωτοβουλίας που εγκρίθηκε στις 14 Δεκεμβρίου.

Τροφοδοτούμενη από τις συγκρούσεις, τους κλιματικούς κλυδωνισμούς και την COVID-19, η κρίση των τιμών των τροφίμων κλιμακώνεται καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία εκτινάσσει στα ύψη το κόστος των τροφίμων, των καυσίμων και των λιπασμάτων. Ο δείκτης τιμών των τροφίμων ανήλθε σε πρωτοφανές επίπεδο το 2022 στο πλαίσιο της εντεινόμενης επισιτιστικής ανασφάλειας παγκοσμίως.

Ωστόσο, το πεδίο εφαρμογής και η κλίμακα της σημερινής αστάθειας των τιμών μπορούν να εξηγηθούν μόνο εν μέρει από τα θεμελιώδη στοιχεία της αγοράς. Ένα από τα βασικά ελαττώματα είναι ο αδιαφανής και δυσλειτουργικός χαρακτήρας των αγορών σιτηρών.

«“Δεν παίζουμε με το φαγητό μας”, έλεγε η γιαγιά μου. Ωστόσο, σήμερα, πολλοί άνθρωποι ξεχνούν την πραγματική αξία των τροφίμων και “παίζουν παιχνίδια” με αυτά», δήλωσε ο εισηγητής της γνωμοδότησης Peter Schmidt, πρόεδρος του τμήματος «Γεωργία, αγροτική ανάπτυξη, περιβάλλον» της ΕΟΚΕ. «Στη γνωμοδότηση καταδεικνύεται σαφώς ότι η σημερινή αγορά βασικών προϊόντων δεν επιτυγχάνει την υλοποίηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της φιλοδοξίας για το κλίμα και της δίκαιης μετάβασης. Αντιθέτως, αποδυναμώνει τις προσπάθειες για την αντιμετώπιση της πείνας και την προώθηση δίκαιων εσόδων και δίκαιων τιμών».

Στη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ τονίζεται ότι το παγκόσμιο φυσικό εμπόριο σιτηρών παρουσιάζει υψηλό βαθμό συγκέντρωσης. Τέσσερις εταιρείες ελέγχουν περίπου 70-90 % του παγκόσμιου εμπορίου σιτηρών. «Ενώ η αύξηση των τιμών των τροφίμων απειλεί την επισιτιστική ασφάλεια παγκοσμίως, οι μεγάλες εμπορικές εταιρείες αποκομίζουν οφέλη. Αυτό είναι απαράδεκτο!», δήλωσε ο κ. Schmidt.

Η ΕΟΚΕ προτρέπει τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για τον περιορισμό της υπερβολικής κερδοσκοπίας σε βασικά προϊόντα, ενώ παράλληλα αναγνωρίζει ότι οι αγορές παραγώγων επί βασικών εμπορευμάτων παρέχουν ζωτικές υπηρεσίες στους παραγωγούς και τους χρήστες τροφίμων, όπως η διαχείριση κινδύνων και η διαμόρφωση των τιμών. Η ΕΟΚΕ συνιστά:

  • ρύθμιση της προθεσμιακής αγοράς παραγώγων τροφίμων, όπως συνέβαινε έως το τέλος του περασμένου αιώνα·
  • ρύθμιση των δεικτών βασικών προϊόντων και των δεικτών τροφίμων, ειδικότερα μέσω ρύθμισης και απαγόρευσης των κεφαλαίων του δείκτη βασικών προϊόντων και αναπαραγωγής μέσω συμφωνιών ανταλλαγής (swaps) και χρηματιστηριακά διαπραγματευόμενων προϊόντων·
  • αντιμετώπιση της χρηματιστηριοποίησης του τομέα τροφίμων, λόγου χάρη, μέσω της επιβολής παγκόσμιας έκτακτης φορολογίας επί των πλεοναζόντων κερδών και φόρου επί της κερδοσκοπίας στον τομέα των τροφίμων, καθώς και μέσω της διάσπασης των ολιγοπωλίων σε όλα τα επίπεδα της διεθνούς αλυσίδας εμπορίου τροφίμων·
  • ενίσχυση της διαφάνειας της αγοράς μέσω βελτίωσης της υποβολής αναφοράς σχετικά με το περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση (ΠΚΔ) και της γνωστοποίησης μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών των παραγόντων που εμπλέκονται σε κερδοσκοπία. (ks)