Σε αυτό το τεύχος:

  • Η θέση της ΕΟΚΕ επί των εκθέσεων Draghi και Letta, των Matteo Carlo Borsani, Giuseppe Guerini και Stefano Palmieri
  • Η εμμονή με την ανταγωνιστικότητα, του Karel Lannoo, Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPS)
  • Η Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας δεν εξισορροπεί τις ανάγκες των επιχειρήσεων με τα δικαιώματα των εργαζομένων, της Esther Lynch, Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικαλιστικών Οργανώσεων (ΕΣΣΟ)
  • Future 500: επέκταση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων με στόχο την επιτυχία σε διεθνή κλίμακα, του Stjepan Orešković, Ατλαντικό Συμβούλιο
  • «Όχι» στη δέσμη μέτρων Omnibus λέει ο Ευρωπαϊκός Συνασπισμός για την Εταιρική Δικαιοσύνη: τα εταιρικά συμφέροντα δεν θα πρέπει αποτελούν πυξίδα για την πολιτική της ΕΕ, της Andriana Loredan, ECCJ

Σε αυτό το τεύχος:

  • Η θέση της ΕΟΚΕ επί των εκθέσεων Draghi και Letta, των Matteo Carlo Borsani, Giuseppe Guerini και Stefano Palmieri
  • Η εμμονή με την ανταγωνιστικότητα, του Karel Lannoo, Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPS)
  • Η Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας δεν εξισορροπεί τις ανάγκες των επιχειρήσεων με τα δικαιώματα των εργαζομένων, της Esther Lynch, Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικαλιστικών Οργανώσεων (ΕΣΣΟ)
  • Future 500: επέκταση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων με στόχο την επιτυχία σε διεθνή κλίμακα, του Stjepan Orešković, Ατλαντικό Συμβούλιο
  • «Όχι» στη δέσμη μέτρων Omnibus λέει ο Ευρωπαϊκός Συνασπισμός για την Εταιρική Δικαιοσύνη: τα εταιρικά συμφέροντα δεν θα πρέπει αποτελούν πυξίδα για την πολιτική της ΕΕ, της Andriana Loredan, ECCJ

«Είναι καιρός να κάνουμε ένα βήμα προόδου με συγκεκριμένα μέτρα εμπνευσμένα από την έκθεση Draghi προτού αυτή χαθεί στους διαδρόμους της πολιτικής. Χρειαζόμαστε καλούς υπεύθυνους χάραξης στρατηγικής και πολιτικής, ικανούς να προχωρήσουν πέρα από την εν λόγω έκθεση και να αναπτύξουν στρατηγικές για τη βιομηχανική πολιτική της ΕΕ», λέει ο Κροάτης επιχειρηματίας και επιστήμονας Stjepan Orešković.  Από κοινού με τον Jörn Fleck, ανώτερο διευθυντή της διατλαντικής ομάδας προβληματισμού του Ατλαντικού Συμβουλίου, παρουσίασαν τη φιλόδοξη πρωτοβουλία «Future 500» στη δημόσια διεθνή διάσκεψη Conclave II στις Βρυξέλλες. Η «Future 500» αποτελεί μέρος της ευρύτερης πλατφόρμας SEEUS Futures του Ατλαντικού Συμβουλίου και έχει ως στόχο τον εντοπισμό και τη στήριξη 500 ευρωπαϊκών επιχειρήσεων με σημαντικό αναπτυξιακό δυναμικό και παγκόσμιο αντίκτυπο. Στόχος είναι να στηριχθούν οι νέοι επιχειρηματίες της Ευρώπης στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, με παράλληλη ενίσχυση της παρουσίας της Ευρώπης στη διεθνή οικονομική σκηνή. Ο Stjepan Orešković μας είπε περισσότερα για το εν λόγω σχέδιο.

«Είναι καιρός να κάνουμε ένα βήμα προόδου με συγκεκριμένα μέτρα εμπνευσμένα από την έκθεση Draghi προτού αυτή χαθεί στους διαδρόμους της πολιτικής. Χρειαζόμαστε καλούς υπεύθυνους χάραξης στρατηγικής και πολιτικής, ικανούς να προχωρήσουν πέρα από την εν λόγω έκθεση και να αναπτύξουν στρατηγικές για τη βιομηχανική πολιτική της ΕΕ», λέει ο Κροάτης επιχειρηματίας και επιστήμονας Stjepan Orešković.  Από κοινού με τον Jörn Fleck, ανώτερο διευθυντή της διατλαντικής ομάδας προβληματισμού του Ατλαντικού Συμβουλίου, παρουσίασαν τη φιλόδοξη πρωτοβουλία «Future 500» στη δημόσια διεθνή διάσκεψη Conclave II στις Βρυξέλλες. Η «Future 500» αποτελεί μέρος της ευρύτερης πλατφόρμας SEEUS Futures του Ατλαντικού Συμβουλίου και έχει ως στόχο τον εντοπισμό και τη στήριξη 500 ευρωπαϊκών επιχειρήσεων με σημαντικό αναπτυξιακό δυναμικό και παγκόσμιο αντίκτυπο. Στόχος είναι να στηριχθούν οι νέοι επιχειρηματίες της Ευρώπης στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, με παράλληλη ενίσχυση της παρουσίας της Ευρώπης στη διεθνή οικονομική σκηνή. Ο Stjepan Orešković μας είπε περισσότερα για το εν λόγω σχέδιο.

Μπορείτε να παρουσιάσετε εν συντομία τη βασική ιδέα του σχεδίου «Future 500»;

Με βάση τις πληροφορίες που αντλήθηκαν από σημαντικές εκθέσεις για το μέλλον της Ευρώπης —που εκπονήθηκαν από τους Draghi, Letta και Heitor— και αναλύθηκαν υπό τη διττή οπτική των επιστημόνων και των επιχειρηματιών, η πρωτοβουλία εγείρει διάφορα κρίσιμα ερωτήματα: Ποιος θα εκτελέσει αυτά τα σχέδια ανταγωνιστικότητας και την πρόσφατα δημοσιευθείσα Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας; Ποιοι μηχανισμοί θα χρησιμοποιηθούν; Ποιες δαπάνες θα προκύψουν; Και ποιες αποδόσεις μπορούν να αναμένονται σε σύγκριση με τις αποδόσεις των πρόσφατων εταιρειών ταχείας ανάπτυξης των ΗΠΑ; Το σχέδιο «Future 500» αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της πλατφόρμας SEEUS, καθώς εκπροσωπεί τις ΗΠΑ, την ΕΕ και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, και αποσκοπεί στην ενίσχυση της προβολής και της συνεργασίας μεταξύ των περιοχών αυτών. Έχει σχεδιαστεί στρατηγικά για την αντιμετώπιση της πιεστικής ανάγκης της Ευρώπης να καλλιεργήσει ένα δυναμικό περιβάλλον που θα ανεβάζει τις τοπικές επιχειρήσεις σε ηγετικές θέσεις στην παγκόσμια σκηνή. Η πρωτοβουλία επικεντρώνεται στην παροχή επιχειρηματικών κεφαλαίων, στρατηγικής καθοδήγησης και διεθνούς δικτύωσης, αντλώντας διδάγματα από εμπειρογνώμονες όπως ο Dani Rodrik του Πανεπιστημίου Harvard και η Beata Jaworcik  της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ), για την ανάπτυξη βιομηχανικών πολιτικών του 21ου αιώνα που θα ενισχύουν σημαντικά τη θέση μας στον ανταγωνισμό.

Έχετε ήδη δυνητικούς υποψηφίους για τις 500 επιχειρήσεις που σκοπεύετε να επιλέξετε; Ποιες είναι οι βασικές απαιτήσεις που πρέπει να πληροί μια επιχείρηση προκειμένου να επιλεγεί;

Μολονότι δεν έχουν επιλεγεί ακόμη συγκεκριμένες επιχειρήσεις, το «Future 500» θα απευθύνεται σε οντότητες με δυνατότητα επέκτασης και δυναμικό ταχείας ανάπτυξης. Η διαδικασία θα είναι ανοικτή και συνεχής και θα δίνει προτεραιότητα στα οικονομικά υποσχόμενα, την καινοτομία και τη στρατηγική σημασία στους αντίστοιχους τομείς. Θα επιδιώξουμε επίσης τη δημιουργία εταιρικών σχέσεων με πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης και επενδυτές που ήδη στηρίζουν επιχειρήσεις ώστε να καταστούν ανταγωνιστική δύναμη. Δίνεται έμφαση στις επιχειρήσεις που ήδη επιδεικνύουν ισχυρή αναπτυξιακή πορεία, καινοτόμες ικανότητες και τη φιλοδοξία για επέκταση σε παγκόσμια κλίμακα. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι οι επιχειρήσεις δεν κατέχουν μόνο ηγετική θέση στην αγορά, αλλά είναι και πρωτοπόροι στην τεχνολογία και τα επιχειρηματικά μοντέλα. Θα αξιοποιήσουμε τις εμπειρίες από μεγάλα έργα όπως η Scale-Up Europe, τα οποία φέρνουν σε επαφή ιδρυτές, επενδυτές, στελέχη και επιστήμονες με σκοπό να καταστήσουμε την Ευρώπη φυτώριο πρωταθλητών στον τομέα της τεχνολογίας. Για τις υποψήφιες προς ένταξη στην ΕΕ χώρες, αυτές οι δυνητικά επιλεγμένες εταιρείες είναι ιδιαίτερα κρίσιμες — θα ενσωματώσουν τις αρχές της νέας οικονομίας και θα χρησιμεύσουν ως πρότυπα για φιλόδοξες, διεθνώς ανταγωνιστικές εταιρείες που δεν βασίζονται κυρίως στη χρηματοδότηση από τους εθνικά φορολογουμένους.

Πόσο αισιόδοξος είστε για το δυναμικό της παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης;

Υπάρχει μεγάλη αισιοδοξία ως προς την ικανότητα της Ευρώπης να ενισχύσει την παγκόσμια θέση της στον ανταγωνισμό καθώς και ως προς την εγκατάλειψη της κρατούσας στάσης του αυτοοικτιρμού. Οι συνολικές αποδόσεις του δείκτη αναφοράς αποθεμάτων της ζώνης του ευρώ, από την έναρξη αυτής της ανοδικής αγοράς στα τέλη του 2022, ξεπέρασαν σε επιδόσεις τον S&P 500, εάν δεν ληφθεί υπόψη η Nvidia. Τα ευρωπαϊκά κοινωνικά συστήματα και τα συστήματα υγείας διατηρούν τους ανθρώπους υγιείς και ενεργούς για μεγαλύτερες περιόδους με πολύ χαμηλότερο κόστος και έχουν θετικό αντίκτυπο στην παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας σε παγκόσμια κλίμακα.

Προσπαθούμε να απηχήσουμε την έννοια του «γνήσιου ενθουσιασμού» του Immanuel Kant, την οποία ανέφερε στο πλαίσιο της Γαλλικής Επανάστασης. Ένας τέτοιος τρόπος σκέψης μπορεί να μετατρέψει τις προκλήσεις σε κινητήρια δύναμη και να οδηγήσει σε μία καταφανώς ανίκητη αποφασιστικότητα. Στον επιχειρηματικό κόσμο, χρειαζόμαστε λιγότερες καλοταϊσμένες γάτες και σκυλάκια —πλούσιες και βολεμένες ελίτ και τυφλά πιστούς ακολούθους χωρίς φιλοδοξίες— που έχουν πάρει τη μερίδα του λέοντος κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Αντ’ αυτού, χρειαζόμαστε περισσότερους «πεινασμένους νέους ανθρώπους», με ιδέες και φιλοδοξίες, έτοιμους να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις.

Η πρωτοβουλία «Future 500» αποσκοπεί στην προορατική αντιμετώπιση χρόνιων ζητημάτων που επισημαίνονται στις εκθέσεις για την ανταγωνιστικότητα, όπως η ανάγκη για τολμηρή καινοτομία και η επέκταση των επιχειρήσεων. Η παγκόσμια θέση της Ευρώπης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά της να ενσωματώνει προηγμένες τεχνολογίες, να καλλιεργεί επιχειρηματικά ταλέντα και να βελτιώνει τις βιομηχανικές πολιτικές για τη στήριξη της ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς. Αξιοποιώντας το καλά εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό της, την πλούσια καινοτόμο κληρονομιά και τους παραδοσιακούς και νέους βιομηχανικούς τομείς —και αντιμετωπίζοντας ζητήματα όπως ο κανονιστικός κατακερματισμός και οι ανισορροπίες της αγοράς— η πρωτοβουλία επιδιώκει να δημιουργήσει ένα γόνιμο περιβάλλον για τους επικεφαλής των επιχειρήσεων και τους φορείς καινοτομίας.

Εν ολίγοις, η πρωτοβουλία «Future 500» αποτελεί σημαντικό βήμα για να δοκιμαστεί ο οικονομικός ιστός της Ευρώπης και να πάρει η ήπειρος τη θέση του παγκόσμιου ανταγωνιστή, μέσω της προώθησης επιχειρήσεων υψηλού δυναμικού και της ενίσχυσης παράλληλα του επιχειρηματικού οικοσυστήματος. Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να κερδίσουμε στον ανταγωνισμό χωρίς να γνωρίζουμε ποιοι είναι οι ανταγωνιστές μας.

Ο Δρ Stjepan Orešković είναι επιστήμονας και επιχειρηματίας. Είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών και ιδρυτής της Bosqar Invest. Υπό την οικογενειακή ηγεσία του, η Bosqar Invest αύξησε το εργατικό δυναμικό της από 300 σε περισσότερους από 16.000 εργαζομένους μέσα σε μια πενταετία, επιδεικνύοντας μια εκπληκτική στρατηγική επέκτασης, που ενσωματώνει την επιστήμη, την τεχνολογία, τις επενδύσεις από συνταξιοδοτικά και άλλα ταμεία, καθώς και το επιχειρηματικό θάρρος — μια ζωτικής σημασίας προσέγγιση που υποστηρίζει η έκθεση Draghi. Αυτός ο στρατηγικός προσανατολισμός πιθανότατα επηρέασε τη δρομολόγηση από το Ατλαντικό Συμβούλιο του σχεδίου Future 500 για το οποίο μιλά.

Μια δέσμη νομοθετικών μεταρρυθμίσεων σχετικά με τα καθήκοντα υποβολής εταιρικών εκθέσεων, γνωστή ως «δέσμη μέτρων Omnibus», αναμένεται να παρουσιαστεί σύντομα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.  Η δέσμη μέτρων αποσκοπεί στην απλούστευση και τον εξορθολογισμό των κανονισμών περί βιωσιμότητας, απλοποιώντας τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων για τις επιχειρήσεις. Η ανακοίνωσή της τον Νοέμβριο προκάλεσε κλυδωνισμούς σε ολόκληρη την ΕΕ, πυροδοτώντας πολυάριθμες συζητήσεις και αντιδράσεις από διάφορες ομάδες. Οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών (ΟΚΠ), συνδικαλιστικές οργανώσειςεπιχειρήσεις, επενδυτέςνομικοί και πανεπιστημιακοί εκφράζουν εν χορώ ανησυχίες για το ενδεχόμενο η δέσμη μέτρων Omnibus να οδηγήσει σε απορρύθμιση και προτρέπουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προστατεύσει, και όχι να αποδυναμώσει, τα μέσα αυτά.  Η Andriana Loredan από τον Ευρωπαϊκό Συνασπισμό για την Εταιρική Δικαιοσύνη εξηγεί το διακύβευμα και γιατί οι ΟΚΠ όπως αυτή την οποία εκπροσωπεί αντιτίθενται στη δέσμη μέτρων Omnibus. 

Μια δέσμη νομοθετικών μεταρρυθμίσεων σχετικά με τα καθήκοντα υποβολής εταιρικών εκθέσεων, γνωστή ως «δέσμη μέτρων Omnibus», αναμένεται να παρουσιαστεί σύντομα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.  Η δέσμη μέτρων αποσκοπεί στην απλούστευση και τον εξορθολογισμό των κανονισμών περί βιωσιμότητας, απλοποιώντας τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων για τις επιχειρήσεις. Η ανακοίνωσή της τον Νοέμβριο προκάλεσε κλυδωνισμούς σε ολόκληρη την ΕΕ, πυροδοτώντας πολυάριθμες συζητήσεις και αντιδράσεις από διάφορες ομάδες. Οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών (ΟΚΠ), συνδικαλιστικές οργανώσειςεπιχειρήσεις, επενδυτέςνομικοί και πανεπιστημιακοί εκφράζουν εν χορώ ανησυχίες για το ενδεχόμενο η δέσμη μέτρων Omnibus να οδηγήσει σε απορρύθμιση και προτρέπουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προστατεύσει, και όχι να αποδυναμώσει, τα μέσα αυτά.  Η Andriana Loredan από τον Ευρωπαϊκό Συνασπισμό για την Εταιρική Δικαιοσύνη εξηγεί το διακύβευμα και γιατί οι ΟΚΠ όπως αυτή την οποία εκπροσωπεί αντιτίθενται στη δέσμη μέτρων Omnibus.

Η ανταγωνιστικότητα χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για την απορρύθμιση απολύτως αναγκαίων κανονισμών περί βιωσιμότητας

Η δέσμη μέτρων Omnibus επικεντρώνεται σε τρία βασικά μέσα βιωσιμότητας που βρίσκονται στο επίκεντρο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, και συγκεκριμένα στην οδηγία για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας από τις εταιρείες, στην οδηγία σχετικά με την εταιρική δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τη βιωσιμότητα και στον κανονισμό για την ταξινόμηση των επενδύσεων. Η δέσμη αυτή είναι άμεσο αποτέλεσμα της αλλαγής κατεύθυνσης της νέας Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία ξεκίνησε με την έκθεση του Mario Draghi σχετικά με το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας τον Σεπτέμβριο του 2024. Η έκθεση Draghi αποδίδει εν μέρει τη στασιμότητα των αγορών της ΕΕ στον υπερβολικό κανονιστικό φόρτο για τις επιχειρήσεις, παραβλέποντας σκοπίμως άλλους σημαντικούς παράγοντες, όπως τον πληθωρισμό στο πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τα τρόφιμα ο οποίος οφείλεται στην κερδοσκοπία πολυεθνικών εταιρειών. Σύμφωνα με την έκθεση Draghi, το πλαίσιο της ΕΕ για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας και τη δέουσα επιμέλεια αποτελεί σημαντική πηγή κανονιστικού φόρτου. Χωρίς στοιχεία που να συνδέουν τη νομοθεσία περί βιωσιμότητας με την εκλαμβανόμενη έλλειψη ανταγωνιστικότητας της ΕΕ, αυτή η στενή οπτική έχει καταστεί πρόσχημα για την ενδεχόμενη συνολική κατάργηση της νομοθεσίας περί βιωσιμότητας.

Με τη συγκεκριμένη δέσμη μέτρων Omnibus, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτίθεται να απλουστεύσει ορισμένα από τα πλέον ζωτικά μέσα που εγκρίθηκαν πρόσφατα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων των μεγάλων επιχειρήσεων στους ανθρώπους και το περιβάλλον. Σε αυτά περιλαμβάνεται η οδηγία σχετικά με την εταιρική δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τη βιωσιμότητα, η οποία εγκρίθηκε μόλις πέρυσι και δεν έχει εφαρμοστεί ακόμη.

Οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με το περιεχόμενο της δέσμης μέτρων Omnibus παραμένει προς το παρόν σε επίπεδο εικασιών. Ωστόσο, ένας από τους σημαντικότερους κινδύνους που συνδέονται με τη δέσμη μέτρων Omnibus είναι η νομοθετική επανεξέταση των μέσων βιωσιμότητας, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην επαναδιαπραγμάτευση βασικών διατάξεων (όπως η αστική ευθύνη ή τα σχέδια κλιματικής μετάβασης στο πλαίσιο της οδηγίας σχετικά με την εταιρική δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τη βιωσιμότητα). Ο Ευρωπαϊκός Συνασπισμός για την Εταιρική Δικαιοσύνη αντιτίθεται σθεναρά στην επανεξέταση της ήδη συμφωνηθείσας νομοθεσίας περί βιωσιμότητας. Το ενδεχόμενο αυτό θα αυξήσει την κανονιστική αβεβαιότητα, θα θέσει σε κίνδυνο τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του περιβάλλοντος από τις επιχειρήσεις και θα πλήξει τις πρωτοπόρες σε αυτόν τον τομέα εταιρείες.

Δυσανάλογη επιχειρηματική επιρροή εν μέσω πλημμελούς διαδικασίας διαβούλευσης

Η ανακοίνωση της δέσμης μέτρων Omnibus και η εκπόνηση της σχετικής πρότασης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πραγματοποιήθηκαν με πλήρη έλλειψη διαφάνειας και χωρίς να ληφθούν υπόψη το δίκαιο των Συνθηκών της ΕΕ ή οι διαδικαστικοί κανόνες της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτίθεται να παρουσιάσει την πρωτοβουλία Omnibus εντός πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος, γεγονός που δεν επιτρέπει επαρκή εκτίμηση επιπτώσεων και δημόσια διαβούλευση. Η προσέγγιση αυτή δεν συνάδει με το δικαίωμα συμμετοχής στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ΕΕ, μια δημοκρατική αρχή που προστατεύεται από το δίκαιο των Συνθηκών της ΕΕ. Έρχεται επίσης σε αντίθεση με τις κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι οποίες απαιτούν ευρεία και διαφανή διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη κατά τη διαδικασία χάραξης πολιτικής την οποία ακολουθεί η Επιτροπή.

Αντ’ αυτού, τον Φεβρουάριο του 2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πραγματοποίησε μια κατ’ επίφαση διαβούλευση, τη λεγόμενη «αναμέτρηση με την πραγματικότητα», με μια μικρή επιλεγμένη ομάδα ενδιαφερόμενων μερών, κυρίως μεγάλες εταιρείες και επιχειρηματικές ενώσεις. Πολλές από αυτές τις εταιρείες αντιμετωπίζουν επί του παρόντος δικαστικές αγωγές για κατάχρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή περιβαλλοντικές καταχρήσεις στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους ή της αξιακής τους αλυσίδας. Ως εκ τούτου, έχουν έννομο συμφέρον να αποδυναμώσουν τη νομοθεσία περί βιωσιμότητας, εις βάρος των εργαζομένων, των τοπικών κοινοτήτων και του κλίματος. Επιπλέον, η δυσανάλογη εκπροσώπηση των μεγάλων επιχειρήσεων βρισκόταν σε έντονη αντίθεση με την υποεκπροσώπηση της κοινωνίας των πολιτών. Οι ΟΚΠ, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι μικρές επιχειρήσεις εκπροσωπήθηκαν μόνο συμβολικά, ενώ τα θύματα εταιρικών καταχρήσεων και οι επιχειρήσεις που τάσσονται υπέρ των κανονισμών περί βιωσιμότητας αποκλείστηκαν εντελώς από τη συζήτηση.

Δέσμη μέτρων Omnibus: δυνητική απειλή για τις φιλόδοξες κλιματικές πολιτικές

Η Πρόεδρος Ursula von der Leyen και ο επίτροπος Valdis Dombrovskis, ο οποίος επιβλέπει ολόκληρη την προσπάθεια «απλούστευσης», φαίνεται να ευθυγραμμίζονται με το θεματολόγιο των μεγαλύτερων και ισχυρότερων εταιρειών. Ειδικότερα, οι βασικοί εταίροι της Επιτροπής κατά τη λεγόμενη «αναμέτρηση με την πραγματικότητα» περιλάμβαναν εταιρείες των οποίων οι επιχειρηματικές δραστηριότητες συμβάλλουν σημαντικά στην κλιματική αλλαγή και οι οποίες έχουν συμφέρον να μειώσουν τις κλιματικές υποχρεώσεις, όπως εταιρείες στους τομείς του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, των πετροχημικών προϊόντων και της αυτοκινητοβιομηχανίας, καθώς και στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Δεδομένης της τρέχουσας κλιματικής κρίσης και των δυσμενών επιπτώσεών της στους ανθρώπους και το περιβάλλον, αυτό εγείρει ανησυχίες σχετικά με το κατά πόσον η δέσμη μέτρων Omnibus θα αποτελέσει οπισθοδρόμηση όσον αφορά τις κλιματικές πολιτικές.

Προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα πρέπει να είναι η εφαρμογή των πολιτικών και όχι η απορρύθμισή τους

Εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανησυχεί πραγματικά για την ανταγωνιστικότητα και τη μείωση του κανονιστικού φόρτου, καθώς και για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την κλιματική δικαιοσύνη, θα πρέπει να εξετάσει τρόπους αποτελεσματικής εφαρμογής των μέσων βιωσιμότητας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί εύκολα με την κατάρτιση κατευθυντήριων γραμμών για την παροχή βοήθειας στις εταιρείες και τις αρχές των κρατών μελών, όπως ορίζεται στην οδηγία σχετικά με την εταιρική δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τη βιωσιμότητα, καθώς και με την ανάπτυξη μηχανισμών χρηματοδότησης και ικανοτήτων. Η προσέγγιση αυτή θα ανταποκριθεί στις κριτικές οι οποίες διατυπώνονται στην έκθεση Draghi σχετικά με την έλλειψη καθοδήγησης για τη διευκόλυνση της εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας περί βιωσιμότητας.

Τέλος, η συγκαλυμμένη αναδιατύπωση ζωτικών κανονισμών περί βιωσιμότητας κεκλεισμένων των θυρών, μαζί με ορισμένες από τις μεγαλύτερες εταιρείες στον κόσμο, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί πορεία προς την επίτευξη πραγματικής ανταγωνιστικότητας. 

Η Andriana Loredan είναι υπεύθυνη πολιτικής στον Ευρωπαϊκό Συνασπισμό για την Εταιρική Δικαιοσύνη και συμμετέχει στην προώθηση της οδηγίας σχετικά με την εταιρική δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τη βιωσιμότητα από την πρώτη δημοσίευση της πρότασης το 2022. Στο παρελθόν εργάστηκε επί του θέματος των επιχειρήσεων και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με γνώμονα την καταναγκαστική εργασία, στη Διεθνή Οργάνωση κατά της Δουλείας. 

Της Kinga Grafa

Οι επιχειρήσεις στην Ευρώπη εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υπερβολική γραφειοκρατία, κανονιστικό κατακερματισμό και αυξανόμενο κόστος. Αυτή η υπερβολική ρύθμιση παρακωλύει την ανάπτυξή τους και δεν τους επιτρέπει να συμβαδίζουν με ανταγωνιστές από άλλα μέρη του κόσμου. Η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να εθελοτυφλεί — οι επιχειρηματίες χρειάζονται πραγματικές αλλαγές και όχι περισσότερη ανάλυση των ίδιων εμποδίων που γνωρίζουμε εδώ και χρόνια. Αυτή είναι μια σημαντική στιγμή για τη μετάβαση από τα λόγια στις πράξεις, γράφει η Kinga Grafa, της πολωνικής συνομοσπονδίας επιχειρήσεων Lewiatan.

Της Kinga Grafa

Οι επιχειρήσεις στην Ευρώπη εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υπερβολική γραφειοκρατία, κανονιστικό κατακερματισμό και αυξανόμενο κόστος. Αυτή η υπερβολική ρύθμιση παρακωλύει την ανάπτυξή τους και δεν τους επιτρέπει να συμβαδίζουν με ανταγωνιστές από άλλα μέρη του κόσμου. Η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να εθελοτυφλεί — οι επιχειρηματίες χρειάζονται πραγματικές αλλαγές και όχι περισσότερη ανάλυση των ίδιων εμποδίων που γνωρίζουμε εδώ και χρόνια. Αυτή είναι μια σημαντική στιγμή για τη μετάβαση από τα λόγια στις πράξεις, γράφει η Kinga Grafa, της πολωνικής συνομοσπονδίας επιχειρήσεων Lewiatan.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε πρόσφατα την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας, έναν χάρτη πορείας για την επόμενη πενταετία που αποσκοπεί στην ενίσχυση της οικονομικής θέσης της ΕΕ και στη στήριξη των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Ο τρόπος δράσης που προτείνει η Επιτροπή είναι ο ενδεδειγμένος. Οι επιχειρήσεις επιζητούν εδώ και καιρό τέτοιες αλλαγές, καθιστώντας την «ανταγωνιστικότητα» και την «ενιαία αγορά» κορυφαίες προτεραιότητές τους. Ωστόσο, εάν όντως η ΕΕ επιθυμεί να είναι παγκόσμιος ανταγωνιστής, πρέπει να αναλάβει δράση τώρα. Έχοντας ως βάση μια ισχυρή οικονομία, πρέπει επειγόντως να εξορθολογίσουμε το κανονιστικό πλαίσιο, να μειώσουμε το ενεργειακό κόστος και να εξασφαλίσουμε αποτελεσματική στήριξη των επενδύσεων και της καινοτομίας. Αντιμέτωποι με ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, χρειαζόμαστε επίσης να οριστικοποιήσουμε συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών με βασικούς εταίρους, όπως εκείνες που καλύπτουν την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες.

Οι επιχειρήσεις στην Ευρώπη εξακολουθούν επί του παρόντος να αντιμετωπίζουν υπερβολική γραφειοκρατία, κανονιστικό κατακερματισμό και αυξανόμενο κόστος. Οι ανταγωνιστές από άλλα μέρη του κόσμου αναπτύσσονται ταχύτερα, τη στιγμή που η υπερβολική ρύθμιση εμποδίζει την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να προτείνει συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν πράγματι το επιχειρηματικό περιβάλλον της ΕΕ. Με την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας αντιμετωπίζονται τα κύρια εμπόδια στην ανάπτυξη και την παραγωγικότητα στην ΕΕ, όπως το υψηλό ενεργειακό κόστος, η υπερβολική ρύθμιση και οι ελλείψεις δεξιοτήτων και εργατικού δυναμικού. Αυτός είναι ο σωστός τρόπος δράσης, αλλά το σημαντικότερο είναι να εφαρμοστεί στην πράξη. Τούτο προϋποθέτει νομοθετικές προτάσεις και σχέδια δράσης που προωθούν την ανταγωνιστικότητα και δεν λειτουργούν ως τροχοπέδη για αυτήν.

Η ενιαία αγορά αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα επιτυχημένα παραδείγματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά το δυναμικό της πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρον. Είναι απαράδεκτο να εξακολουθούν να υφίστανται οι ίδιοι φραγμοί στην ενιαία αγορά που εντοπίστηκαν πριν από 20 χρόνια. Η πολωνική Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ έχει την ευκαιρία να αλλάξει την υφιστάμενη κατάσταση, με βασική προτεραιότητα την ελευθερία παροχής υπηρεσιών. Τούτο είναι ζωτικής σημασίας όχι μόνο για τον τομέα των μεταφορών, αλλά και για τους ολοένα περισσότερους ομίλους εταιρειών που προσφέρουν επαγγελματικές υπηρεσίες. Δυστυχώς, οι εκθέσεις Letta και Draghi δεν δίνουν επαρκή προσοχή στο ζήτημα αυτό. Η έκθεση Letta επικεντρώθηκε μόνο στις κατασκευές και στο λιανικό εμπόριο, ενώ στην έκθεση Draghi δεν ελήφθησαν υπόψη οι εκτιμήσεις της Επιτροπής για τα πρόσθετα μέτρα που θα μπορούσαν να απελευθερώσουν το δυναμικό της αγοράς υπηρεσιών. Ως θετική συμβολή, στην έκθεση Niinistö τονίστηκε ο ρόλος των υπηρεσιών στην οικοδόμηση ανθεκτικότητας και ασφάλειας. Είναι αυτονόητο το πόσο σημαντικό είναι αυτό στο τρέχον γεωπολιτικό τοπίο. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή προτείνει το «28ο καθεστώς» — ένα ενιαίο σύνολο κανόνων που θα καλύπτουν τη φορολογία, το εργατικό δίκαιο και το εταιρικό δίκαιο. Η πρωτοβουλία αυτή αποσκοπεί στην απλούστευση των διασυνοριακών δραστηριοτήτων, ιδίως για τις ΜμΕ, αλλά δεν γνωρίζουμε αρκετά σχετικά με την πρόταση σε αυτό το στάδιο ώστε να είμαστε σε θέση να την αξιολογήσουμε.

Η ανακοίνωση περί απορρύθμισης και εξορθολογισμένης νομοθεσίας αποτελεί σαφώς ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Τώρα, ωστόσο, είναι η ώρα οι προτάσεις να γίνουν πράξεις, και τούτο δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στη μείωση του φόρτου υποβολής εκθέσεων. Ελπίζουμε ότι η Επιτροπή θα διενεργήσει ενδελεχή «έλεγχο» της νομοθεσίας της ΕΕ, ο οποίος θα μετουσιωθεί σε συγκεκριμένες προτάσεις για την ταχεία βελτίωση του κανονιστικού περιβάλλοντος της ΕΕ.

Προσβλέπουμε στο φόρουμ της ενιαίας αγοράς στην Κρακοβία και αναμένουμε τα συμπεράσματα της δημόσιας διαβούλευσης στην οποία συμμετέχουν και μέλη της Lewiatan. Στόχος θα είναι η προετοιμασία της επόμενης στρατηγικής για την ενιαία αγορά.

Πρόκειται για μια κρίσιμη στιγμή, ήτοι η μετάβαση από τα λόγια στις πράξεις και η εφαρμογή λύσεων που απελευθερώνουν πραγματικά την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Ο διάλογος μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των κοινωνικών εταίρων θα είναι απαραίτητος για την εξεύρεση λύσεων που να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων. Εάν δεν λάβουμε τολμηρές αποφάσεις, θα χάσουμε πολύτιμο χρόνο και θα μείνουμε πίσω στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Η Kinga Grafa είναι αναπληρώτρια γενική διευθύντρια ευρωπαϊκών υποθέσεων της συνομοσπονδίας Lewiatan και μόνιμη αντιπρόσωπος στη BusinessEurope. Έχοντας σπουδάσει πολιτικές επιστήμες και δημοσιογραφία, απέκτησε εμπειρία σχετικά με τη λειτουργία της ΕΕ κατά την περίοδο που εργάστηκε στο Γραφείο της Επιτροπής Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης (2008-2009) και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (2009-2014). Είναι επίσης μια εκ των συγγραφέων βιβλίου σχετικά με την πολωνική αριστοκρατία και έχει στο ενεργητικό της επιστημονικές δημοσιεύσεις σχετικά με την αμερικανική εξωτερική πολιτική, την αμερικανική ελίτ και την πολιτιστική διπλωματία.

Η ΕΕ πρέπει να αντισταθεί στον πειρασμό της απορρύθμισης, καθώς το μόνο αποτέλεσμα θα είναι η δημιουργία αβεβαιότητας για τις επιχειρήσεις, η αποδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας με γνώμονα τη βιωσιμότητα και η μείωση της ευημερίας και της εμπιστοσύνης των πολιτών, σύμφωνα με τον Danny Jacobs, γενικό διευθυντή του περιβαλλοντικού δικτύου της Φλάνδρας Bond Beter Leefmilieu – BBL. Ο κ. Jacobs μοιράστηκε μαζί μας τους προβληματισμούς των περιβαλλοντικών ΜΚΟ σχετικά με την τελευταία πρόταση της ΕΕ για την απλούστευση των κανονισμών, για την οποία εκφράζονται φόβοι ότι ενδέχεται να περιθωριοποιήσει τους κύριους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας.

Η ΕΕ πρέπει να αντισταθεί στον πειρασμό της απορρύθμισης, καθώς το μόνο αποτέλεσμα θα είναι η δημιουργία αβεβαιότητας για τις επιχειρήσεις, η αποδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας με γνώμονα τη βιωσιμότητα και η μείωση της ευημερίας και της εμπιστοσύνης των πολιτών, σύμφωνα με τον Danny Jacobs, γενικό διευθυντή του περιβαλλοντικού δικτύου της Φλάνδρας Bond Beter Leefmilieu – BBL. Ο κ. Jacobs μοιράστηκε μαζί μας τους προβληματισμούς των περιβαλλοντικών ΜΚΟ σχετικά με την τελευταία πρόταση της ΕΕ για την απλούστευση των κανονισμών, για την οποία εκφράζονται φόβοι ότι ενδέχεται να περιθωριοποιήσει τους κύριους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας.

Πώς σχολιάζετε τις τελευταίες πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την απορρύθμιση, όπως την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας ή τη δέσμη μέτρων Omnibus;

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε ένα οικονομικά προσανατολισμένο θεματολόγιο απορρύθμισης και απλούστευσης, το οποίο απειλεί να θέσει σε κίνδυνο τα περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά επιτεύγματα που εξασφαλίστηκαν με σκληρούς αγώνες. Αυτή η ρήξη μεταξύ προσαρμογής και διατήρησης του ευρωπαϊκού κεκτημένου δυσχεραίνει τη χάραξη σαφούς πορείας για την ΕΕ.

Η Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία παρουσιάστηκε στα τέλη Ιανουαρίου, απηχεί τις ανησυχίες των επιχειρήσεων σχετικά με το ενεργειακό κόστος και τις οικονομικές προκλήσεις, αλλά περιθωριοποιεί βασικές προτεραιότητες, όπως τη μηδενική ρύπανση και την ευημερία των πολιτών, με αποτέλεσμα να μην οδηγεί την Ευρώπη σε μια μελλοντικά καθαρή, ευημερούσα και κυκλική οικονομία. Με την Πυξίδα, η Ευρώπη κινδυνεύει να ξεφύγει από την πορεία της. Η προώθηση της ανταγωνιστικής απανθρακοποίησης χωρίς την ενσωμάτωση κοινωνικών και περιβαλλοντικών στόχων υπονομεύει τον ίδιο τον σκοπό των θεσμικών οργάνων της ΕΕ: να υπηρετούν και να υπερασπίζονται το κοινό καλό.

Αυτό που ανησυχεί τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών είναι ο επισφαλής στόχος απλούστευσης κατά 25 % στο πλαίσιο της Πυξίδας. Μολονότι ο εξορθολογισμός των κανονισμών είναι ευπρόσδεκτος, η απλούστευση χωρίς ενδελεχείς αξιολογήσεις θα μπορούσε να υπονομεύσει κρίσιμες πτυχές της προστασίας της υγείας, καθώς και της κοινωνικής και της περιβαλλοντικής προστασίας. Η επιχειρηματική καινοτομία δεν παρεμποδίζεται από το ρυθμιστικό πλαίσιο, αλλά μάλλον από την έλλειψη σαφών κανόνων. Το μόνο που θα επιτύχει η περαιτέρω απορρύθμιση είναι να δημιουργήσει κλίμα αβεβαιότητας, το οποίο θα πλήξει τους πρωτοπόρους —τις επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν πρώτες καινοτόμες δράσεις— θέτοντας παράλληλα σε κίνδυνο την πρόοδο και τη βιωσιμότητα.

Φοβόμαστε επίσης ότι αυτή η ώθηση για απλούστευση θα αποβεί εις βάρος των περιβαλλοντικών και των κοινωνικών στόχων. Η οδηγία για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας από τις εταιρείες, η οδηγία σχετικά με την εταιρική δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τη βιωσιμότητα και ο κανονισμός για την ταξινόμηση των επενδύσεων της ΕΕ παρουσιάζουν πολλές αδυναμίες και δεν έχουν σημειώσει την πρόοδο που αναμενόταν. Η περαιτέρω αποδυνάμωση των νομοθετημάτων αυτών τη στιγμή που ήδη δεν αποδίδουν ικανοποιητικά θα τα καταστήσει κενό γράμμα.

Ορίστε άλλο ένα συγκεκριμένο παράδειγμα που καταδεικνύει με σαφήνεια την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε επί του παρόντος.  Τα τελευταία χρόνια, η Φλάνδρα αντιμετωπίζει τεράστιο πρόβλημα με τις υπερφθοριωμένες και τις πολυφθοριωμένες αλκυλιωμένες ουσίες, τις λεγόμενες PFAS. Μεγάλο μέρος των εδαφών μας είναι μολυσμένο με αυτές τις χημικές ουσίες, γεγονός που έχει επιπτώσεις σε εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες. Ο περιορισμός ή η απαγόρευση βάσει της νομοθεσίας για τα χημικά προϊόντα (REACH) θεωρείται το αποτελεσματικότερο εργαλείο για τον έλεγχο των κινδύνων που ενέχουν ουσίες όπως οι PFAS, οι οποίες χρησιμοποιούνται σε βιομηχανικές διεργασίες, καθώς και σε προϊόντα (μείγματα και είδη). Εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραβλέψει τη σημασία της αυστηρής ρύθμισης μέσω του κανονισμού REACH, θα αυξηθεί ο κίνδυνος έκθεσης σε επικίνδυνες χημικές ουσίες, οι οποίες είναι επιβλαβείς για τη δημόσια υγεία. Οι εταιρείες θα έχουν λιγότερες υποχρεώσεις να αναζητούν ασφαλείς εναλλακτικές λύσεις, γεγονός που παρεμποδίζει την καινοτομία στον κλάδο της βιώσιμης χημείας. Η ρύπανση του περιβάλλοντος μπορεί να αυξηθεί, καθώς οι πιο ελαστικοί κανόνες οδηγούν σε πιο επικίνδυνες απορρίψεις και απόβλητα. Οι καταναλωτές διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο, επειδή τα προϊόντα δεν ελέγχονται το ίδιο διεξοδικά για τοξικές ουσίες. Αυτό θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα οι ευρωπαϊκές εταιρείες να υστερήσουν στην παγκόσμια μετάβαση σε ασφαλέστερα και φιλικότερα προς το περιβάλλον προϊόντα, παραχωρώντας μερίδιο της αγοράς στους ανταγωνιστές τους που υιοθετούν μελλοντικά βιώσιμες καινοτομίες.

Πόσο αισιόδοξος είστε για την τύχη της Πράσινης Συμφωνίας υπό το πρίσμα της πρόσφατα ανακοινωθείσας πορείας την οποία χάραξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την τόνωση της ευρωπαϊκής οικονομίας;

Το πρόγραμμα εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2025 είναι ελπιδοφόρο αλλά, ταυτόχρονα, εγκυμονεί κινδύνους. Μολονότι η προσήλωσή του στην απανθρακοποίηση και την οικονομικά προσιτή ενέργεια σηματοδοτούν μια πιθανή πορεία προς μια πιο καθαρή και ανθεκτική Ευρώπη, οι βασικές φιλοδοξίες της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας κινδυνεύουν να περιθωριοποιηθούν. Αυξάνονται επίσης οι ανησυχίες σχετικά με τον προτεινόμενο κανονισμό Omnibus, ο οποίος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρόσχημα για την απορρύθμιση της εταιρικής ευθύνης με πρόφαση την «απλούστευση». Οι πρόσφατες τάσεις δείχνουν ότι η απλούστευση χρησιμοποιείται πολύ συχνά για την αποδυνάμωση βασικών ασφαλιστικών δικλίδων, σε τομείς που εκτείνονται από τη νομοθεσία για τα χημικά προϊόντα έως τη γεωργία. Η εσπευσμένη μεταρρύθμιση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΚΓΠ) τον Μάρτιο του 2024, με την οποία καταργήθηκαν οι οικολογικές δικλίδες ασφαλείας, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η από καιρό αναμενόμενη αναθεώρηση του κανονισμού REACH, αρχικός σκοπός του οποίου ήταν να λειτουργήσει ως εργαλείο για την προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος, κινδυνεύει τώρα να παρουσιαστεί ψευδώς ως μέτρο «απλούστευσης» για τη χαλάρωση των κανόνων της βιομηχανίας.

Μόλις πριν από λίγους μήνες, η Πρόεδρος von der Leyen υποσχέθηκε να συνεχίσει την πορεία προς την επίτευξη όλων των στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας. Ωστόσο, το τρέχον πρόγραμμα εργασίας δείχνει κάτι άλλο, υποβαθμίζοντας ακριβώς τους στόχους στους οποίους επείγει περισσότερο η ανάληψη δράσης — ιδίως τη φιλοδοξία μηδενικής ρύπανσης.

Θεωρείτε ότι η απορρύθμιση, όπως προτείνεται, θα μπορούσε να έχει αρνητικό αντίκτυπο στη βιωσιμότητα και στην πρόοδο που έχει επιτευχθεί μέχρι στιγμής;

Η ΕΕ πρέπει να αντισταθεί στον πειρασμό της απορρύθμισης, καθώς το μόνο αποτέλεσμα θα είναι η υπονόμευση της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας για τις επιχειρήσεις, η αποδυνάμωση της μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας με γνώμονα τη βιωσιμότητα και η διάβρωση της ευημερίας και της εμπιστοσύνης των πολιτών.

Η ΕΕ πρέπει να διασφαλίσει ότι η μείωση της γραφειοκρατίας δεν θα έχει ως αποτέλεσμα τη χαλάρωση της προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας. Η έξυπνη εφαρμογή θα πρέπει να ενισχύει και όχι να υπονομεύει την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία. Η αποδυνάμωση βασικών πτυχών της περιβαλλοντικής και της κοινωνικής προστασίας με πρόφαση τη μείωση της γραφειοκρατίας δεν αποτελεί στρατηγική για την επίτευξη οικονομικής ισχύος. Πρόκειται για μια απερίσκεπτη οπισθοχώρηση η οποία θα υπονομεύσει ακριβώς τους κανόνες που έχουν σχεδιαστεί για τη θωράκιση της οικονομίας μας έναντι των μελλοντικών εξελίξεων. Όλα αυτά ενισχύουν τον ανησυχητικό κίνδυνο ανατροπής μιας δεκαετίας προόδου όσον αφορά τη βιωσιμότητα.

Ταυτόχρονα, η κοινωνία των πολιτών υφίσταται αυξανόμενη πίεση σε ολόκληρη την ΕΕ, με περιοριστικούς νόμους περί ξένων πρακτόρων, καταστολή των διαδηλώσεων και περικοπές χρηματοδότησης που απειλούν τα θεμελιώδη δικαιώματα. Η Ευρωπαϊκή Ασπίδα Δημοκρατίας και η επικείμενη στρατηγική της ΕΕ για την κοινωνία των πολιτών πρέπει να επιφέρουν απτά αποτελέσματα και να μην παραμείνουν συμβολικές δεσμεύσεις — πρέπει να παρέχουν νομική προστασία, βιώσιμη χρηματοδότηση και διαρθρωμένο διάλογο των πολιτών με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Το πρόγραμμα εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πρέπει να δώσει προτεραιότητα στη διασφάλιση της δημοκρατίας μέσω της ενίσχυσης της κοινωνίας των πολιτών. Χωρίς μια ανεξάρτητη και επαρκώς εξοπλισμένη κοινωνία των πολιτών, κινδυνεύει η ίδια η ευρωπαϊκή δημοκρατία.

Ο Danny Jacobs είναι γενικός διευθυντής της Bond Beter Leefmilieu – BBL (μιας ομοσπονδίας 135 περιβαλλοντικών ΜΚΟ στη βελγική Φλάνδρα) και εκπρόσωπος του Βελγίου στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος (το μεγαλύτερο δίκτυο περιβαλλοντικών οργανώσεων της Ευρώπης, το οποίο εκπροσωπεί περίπου 30 εκατομμύρια επιμέρους μέλη και υποστηρικτές).

Η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικαλιστικών Οργανώσεων (ETUC), η μεγαλύτερη συνδικαλιστική οργάνωση της Ευρώπης που εκπροσωπεί 45 εκατομμύρια εργαζομένους σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αρνήθηκε να επικροτήσει την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας, το σχέδιο στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την τόνωση της οικονομίας της ΕΕ. Για την ETUC, η παρούσα μορφή της Πυξίδας είναι απαράδεκτη. Μιλήσαμε με την Esther Lynch, γενική γραμματέα της ETUC, σχετικά με τις κυριότερες ενστάσεις των εργαζομένων όσον αφορά στην Πυξίδα και την τύχη του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων εν μέσω νέων αιτημάτων για δραστική απορρύθμιση και μεγαλύτερη εστίαση στην ανταγωνιστικότητα.

Η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικαλιστικών Οργανώσεων (ETUC), η μεγαλύτερη συνδικαλιστική οργάνωση της Ευρώπης που εκπροσωπεί 45 εκατομμύρια εργαζομένους σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αρνήθηκε να επικροτήσει την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας, το σχέδιο στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την τόνωση της οικονομίας της ΕΕ. Για την ETUC, η παρούσα μορφή της Πυξίδας είναι απαράδεκτη. Μιλήσαμε με την Esther Lynch, Γενική Γραμματέα της ETUC, σχετικά με τις κυριότερες ενστάσεις των εργαζομένων όσον αφορά στην Πυξίδα και την τύχη του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων εν μέσω νέων αιτημάτων για δραστική απορρύθμιση και μεγαλύτερη εστίαση στην ανταγωνιστικότητα.

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις της ΕΕ έχουν ήδη εκφράσει τη δυσαρέσκειά τους για το τελευταίο σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αποσκοπεί στην αναζωογόνηση της οικονομίας της ΕΕ.
Κατά την άποψή σας, πού έγκειται το βασικό μειονέκτημα της Πυξίδας Ανταγωνιστικότητας της Επιτροπής; Ποιες προτάσεις του σχεδίου θεωρείτε ότι είναι ιδιαίτερα προβληματικές;

Το μείζον πρόβλημα της Πυξίδας Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι ότι δίνει προτεραιότητα στην απορρύθμιση έναντι των επενδύσεων που απαιτούνται για τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, τη διαμόρφωση μιας ισχυρής ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής και τη διασφάλιση δημόσιων υπηρεσιών υψηλής ποιότητας. Ομοίως, παρότι στην Πυξίδα αναγνωρίζεται η σημασία των ποιοτικών θέσεων εργασίας για μια ανταγωνιστική οικονομία, αντί να προτείνεται η αναγκαία νομοθεσία για την ενίσχυση των δικαιωμάτων, τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και την προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αυτή η προτεραιότητα υπονομεύεται με την προώθηση της απορρύθμισης, η οποία μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και εργασιακή ανασφάλεια.

Μία από τις πλέον ανησυχητικές προτάσεις είναι η θέσπιση του 28ου εταιρικού καθεστώτος, το οποίο θα επιτρέπει στις εταιρείες να λειτουργούν εκτός του πλαισίου του εθνικού εργατικού δικαίου. Αυτό θα μπορούσε να υπονομεύσει σοβαρά την νομοθεσία που διέπει την απασχόληση σε ολόκληρη την Ευρώπη επιφέροντας ανταγωνισμό προς τα κάτω όσον αφορά τα δικαιώματα και την προστασία των εργαζομένων.

Στο ίδιο πνεύμα, η απαγόρευση του κανονιστικού υπερθεματισμού ―η ικανότητα των κυβερνήσεων να νομοθετούν πέραν των ελάχιστων προτύπων που ορίζονται στις οδηγίες της ΕΕ― είναι βαθιά προβληματική. Η ιδέα που κρύβεται πίσω από τις οδηγίες της ΕΕ ―οι οποίες διαφέρουν από τους κανονισμούς της ΕΕ― είναι ο καθορισμός ελάχιστων προτύπων για όλες τις χώρες. Η υπέρβαση των εν λόγω προτύπων πέραν του εφικτού όχι μόνο θα υπονόμευε αυτήν την ιδέα, αλλά και θα ήταν εξόχως επιζήμια για τους εργαζομένους και θα επέφερε την εξάλειψη της μετά κόπων επιτευχθείσας προόδου στους τομείς της υγειονομικής περίθαλψης, της εκπαίδευσης, της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία ή των δίκαιων μισθών, τους οποίους να αναφέρουμε απλώς ενδεικτικά.

Επιπλέον, το αίτημα που διατυπώνεται στην Πυξίδα για τη μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτικών συστημάτων με βάση την παράταση του εργασιακού βίου είναι προβληματικό διότι επιβαρύνει αδικαιολόγητα τους εργαζομένους χωρίς να αντιμετωπίζει την υπάρχουσα ανάγκη για βιώσιμα και δίκαια συνταξιοδοτικά συστήματα.

Επιπλέον, η Πυξίδα μεροληπτεί υπέρμετρα προς όφελος των επιχειρήσεων, με την παροχή πολυάριθμων υποσχέσεων σε επιχειρηματικούς ομίλους, αλλά χωρίς την ανάληψη συγκεκριμένων δεσμεύσεων όσον αφορά τη θέσπιση επωφελούς για τους εργαζομένους νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένης της έλλειψης μέτρων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δημόσιες επενδύσεις χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας και όχι απλώς και μόνο για την αύξηση των εταιρικών κερδών.

Συνοπτικά, η Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας δεν εξισορροπεί τις ανάγκες των επιχειρήσεων με τα δικαιώματα και την ευημερία των εργαζομένων, καθιστώντας έτσι απαράδεκτη την παρούσα μορφή της πρότασης.

Εκτιμάτε ότι η υλοποίηση του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων (ΕΠΚΔ) θα μπορούσε να τεθεί σήμερα υπό απειλή;

Στα χαρτιά, η Επιτροπή δεσμεύτηκε εκ νέου έναντι του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων στο πρόσφατα δημοσιευθέν πρόγραμμα εργασίας της για το 2025. Στην πράξη, όμως, το ίδιο πρόγραμμα εργασίας είναι το πρώτο που δεν περιλαμβάνει την ανάληψη καμίας νομοθετικής πρωτοβουλίας από το 2019 και μετά.

Αντ’ αυτού, η Επιτροπή πρότεινε οκτώ νομοθετικές πράξεις «απλούστευσης» για το επόμενο έτος. Κανείς δεν θέλει να επιβαρύνεται με υπέρμετρο διοικητικό φόρτο και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις προτείνουν ουσιαστικές λύσεις προς τον σκοπό αυτό, λόγου χάρη όσον αφορά τους κανόνες σύναψης δημοσίων συμβάσεων.

Ωστόσο, είναι προφανές ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη δεν θα επιλυθούν χάρη στην απλούστευση.

Η μεγαλύτερη απειλή για την υλοποίηση του πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων έγκειται στο κύμα μαζικών απολύσεων που ανακοινώνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη και αναμένεται να θέσουν σε κίνδυνο τους μισθούς και την εργασιακή ασφάλεια, αλλά και τις συντάξεις, την κοινωνική προστασία και πολλές άλλες αρχές που περιλαμβάνονται στον πυλώνα.

Είναι αναγκαίο, αφενός, να εξασφαλιστούν επενδύσεις για τη διαφύλαξη και τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, συμπεριλαμβανομένου ενός δεύτερου μέσου προσωρινής στήριξης για τον μετριασμό των κινδύνων ανεργίας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης (SURE 2.0) και ενός ισχυρού επενδυτικού μηχανισμού της ΕΕ και, αφετέρου, να θεσπιστούν οι νομοθετικές πρωτοβουλίες που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση ποιοτικών θέσεων εργασίας.

Εάν δεν επέλθει μείωση του κανονιστικού φόρτου, ποια θα ήταν η ενδεδειγμένη πορεία για να βελτιώσει η ΕΕ την επιρροή που ασκεί στο σημερινό παγκόσμιο οικονομικό πλαίσιο;

Οι συνθήκες που οδήγησαν σε αυτές τις απολύσεις ήταν απόρροια της έλλειψης επενδύσεων και αυτό ισχύει τόσο για τις ιδιωτικές όσο και για τις δημόσιες επενδύσεις.

Οι εταιρείες ανακατευθύνουν τις επενδύσεις τους και τις αποστρέφουν από τις αμοιβές των εργαζομένων και από την τόσο αναγκαία έρευνα και ανάπτυξη, για να τις κατευθύνουν προς την καταβολή μερισμάτων και την επαναγορά μετοχών που οδηγούν σε αδιέξοδο και υποσκάπτουν την πρόοδο των οικολογικών και τεχνολογικών εξελίξεων εδώ στην Ευρώπη.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, οι ΗΠΑ και η Κίνα προώθησαν εκτεταμένα κύματα δημοσίων επενδύσεων, ενώ η ΕΕ ήταν εν τω μεταξύ απασχολημένη με τη θέσπιση νέων κανόνων που ανάγκασαν τα κράτη μέλη της να προβούν σε περικοπές λιτότητας.

Η ΕΕ πρέπει να αλλάξει επειγόντως πορεία. Οι μαζικές δημόσιες επενδύσεις ―με κοινωνικές απαιτήσεις για τη διασφάλιση της συμβολής τους στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας― αποτελούν προαπαιτούμενο για την υλοποίηση του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων.

Η Esther Lynch είναι η γενική γραμματέας της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικαλιστικών Οργανώσεων (ETUC) Διαθέτει εκτεταμένη συνδικαλιστική εμπειρία σε ιρλανδικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και διετέλεσε αναπληρώτρια γενική γραμματέας και συνομοσπονδιακή γραμματέας της ETUC. Στο πλαίσιο των καθηκόντων της, ηγήθηκε διαφόρων προσπαθειών για την ενίσχυση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και των συνδικαλιστικών οργανώσεων, επηρεάζοντας καίριες οδηγίες για επαρκείς κατώτατους μισθούς, διαφανείς και προβλέψιμους όρους εργασίας και καταγγελία δυσλειτουργιών. Πρωτοστάτησε επίσης σε εκστρατείες υπέρ του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων και της εξασφάλισης δίκαιων μισθών. Το έργο της συνέβαλε στη θέσπιση 15 νομικά δεσμευτικών ορίων έκθεσης σε καρκινογόνους παράγοντες και στη σύναψη συμφωνιών των κοινωνικών εταίρων σχετικά με την ψηφιοποίηση και τις τοξικές για την αναπαραγωγή ουσίες. Ανέκαθεν φεμινίστρια, η Esther Lynch προκρίνει τον τερματισμό της υποτίμησης της εργασίας που επιτελείται κατ’ εξοχήν από γυναίκες.

Η ETUC εκπροσωπεί 45 εκατομμύρια μέλη προερχόμενα από 94 συνδικαλιστικές οργανώσεις 42 ευρωπαϊκών χωρών, καθώς και από 10 ευρωπαϊκές συνδικαλιστικές ομοσπονδίες.

Οι εκθέσεις του 2024 του Mario Draghi και του Enrico Letta προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση στην ΕΕ και στα κράτη μέλη της, και αναδείχθηκαν σε χάρτες πορείας που υποδεικνύουν την πορεία που θα πρέπει να ακολουθήσει η Ευρώπη προκειμένου να εξασφαλίσει ένα βιώσιμο μέλλον. Στη γνωμοδότησή της με θέμα «Αξιολόγηση των εκθέσεων Letta και Draghi σχετικά με τη λειτουργία και την ανταγωνιστικότητα της ενιαίας αγοράς της ΕΕ», η ΕΟΚΕ παρέχει την άποψη της κοινωνίας των πολιτών επί των εκθέσεων και διατυπώνει συστάσεις για την ανάληψη επείγουσας δράσης. Ζητήσαμε από τους τρεις εισηγητές της γνωμοδότησης —Matteo Carlo Borsani, Giuseppe Guerini και Stefano Palmieri— να επισημάνουν τις προτάσεις που περιλαμβάνονται στις εκθέσεις αυτές τις οποίες αυτοί θεωρούν ως ιδιαίτερα σημαντικές για τη μελλοντική ευημερία της ΕΕ.

Οι εκθέσεις του 2024 του Mario Draghi και του Enrico Letta προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση στην ΕΕ και στα κράτη μέλη της, και αναδείχθηκαν σε χάρτες πορείας που υποδεικνύουν την πορεία που θα πρέπει να ακολουθήσει η Ευρώπη προκειμένου να εξασφαλίσει ένα βιώσιμο μέλλον. Στη γνωμοδότησή της με θέμα «Αξιολόγηση των εκθέσεων Letta και Draghi σχετικά με τη λειτουργία και την ανταγωνιστικότητα της ενιαίας αγοράς της ΕΕ», η ΕΟΚΕ παρέχει την άποψη της κοινωνίας των πολιτών επί των εκθέσεων και διατυπώνει συστάσεις για την ανάληψη επείγουσας δράσης. Ζητήσαμε από τους τρεις εισηγητές της γνωμοδότησης —Matteo Carlo Borsani, Giuseppe Guerini και Stefano Palmieri— να επισημάνουν τις προτάσεις που περιλαμβάνονται στις εκθέσεις αυτές τις οποίες αυτοί θεωρούν ως ιδιαίτερα σημαντικές για τη μελλοντική ευημερία της ΕΕ.

Η ανταγωνιστικότητα φαίνεται να βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων σήμερα, ενώ η μείωση του ρυθμιστικού παρεμβατισμού χαρακτηρίζεται ως η μαγική συνταγή για να τεθεί η Ευρώπη στον χάρτη των παραγόντων της παγκόσμιας οικονομίας. Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί τρόποι για τη μέτρηση της ανταγωνιστικότητας και δεν υπάρχει μια καθολικά αποδεκτή απάντηση στο ερώτημα τι σημαίνει υπερβολική ρύθμιση. Εάν δεν αντιμετωπιστούν με προσοχή, οι συζητήσεις σχετικά με την ανταγωνιστικότητα και τη μείωση του ρυθμιστικού παρεμβατισμού κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε υπεραπλουστευμένα επιχειρήματα υπό την οπτική του «άσπρου/μαύρου», που ενδέχεται να απειλήσουν την ορθή χάραξη οικονομικής πολιτικής, γράφει ο προσκεκλημένος μας-έκπληξη Karel Lannoo, διευθύνων σύμβουλος του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPS).

Η ανταγωνιστικότητα φαίνεται να βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων σήμερα, ενώ η μείωση του ρυθμιστικού παρεμβατισμού χαρακτηρίζεται ως η μαγική συνταγή για να τεθεί η Ευρώπη στον χάρτη των παραγόντων της παγκόσμιας οικονομίας. Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί τρόποι για τη μέτρηση της ανταγωνιστικότητας και δεν υπάρχει μια καθολικά αποδεκτή απάντηση στο ερώτημα τι σημαίνει υπερβολική ρύθμιση. Εάν δεν αντιμετωπιστούν με προσοχή, οι συζητήσεις σχετικά με την ανταγωνιστικότητα και τη μείωση του ρυθμιστικού παρεμβατισμού κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε υπεραπλουστευμένα επιχειρήματα υπό την οπτική του «άσπρου/μαύρου», που ενδέχεται να απειλήσουν την ορθή χάραξη οικονομικής πολιτικής, γράφει ο προσκεκλημένος μας-έκπληξη Karel Lannoo, διευθύνων σύμβουλος του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPS).

Ο Karel Lannoo είναι διευθύνων σύμβουλος του CEPS, μιας από τις κορυφαίες ανεξάρτητες ομάδες προβληματισμού της Ευρώπης. Στις πρόσφατες δημοσιεύσεις του, οι οποίες επικεντρώνονται στη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, την ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση και σε θέματα ενιαίας αγοράς, περιλαμβάνονται η «Κατανόηση της Ευρώπης» (στα ολλανδικά), μια έκθεση της ειδικής ομάδας σχετικά με την πολιτική του χρηματοπιστωτικού τομέα για την Επιτροπή von der Leyen II, καθώς και διάφορες συνεισφορές σε ακαδημαϊκούς τόμους και περιοδικά. Ο Karel είναι συχνός ομιλητής σε ακροάσεις ενωσιακών, εθνικών και διεθνών οργανισμών, καθώς και σε διεθνείς διασκέψεις και εκτελεστικά προγράμματα. Διευθύνει σπουδές για εθνικές κυβερνήσεις, πολυμερείς οργανισμούς και οντότητες του ιδιωτικού τομέα. Κείμενά του εμφανίζονται τακτικά στα μέσα ενημέρωσης. Επιπλέον, ο Karel υπηρετεί σε διοικητικά συμβούλια εταιρειών και ιδρυμάτων και ως μέλος γνωμοδοτικών συμβουλίων, συμπεριλαμβανομένης της Επιτροπής Κεφαλαιαγορών του AFM, της Εποπτικής Αρχής Κεφαλαιαγορών των Κάτω Χωρών.

Του Karel Lannoo

Σήμερα είναι πλέον σύνηθες να χαρακτηρίζεται η Ευρώπη μη ανταγωνιστική και να ζητείται μια μαζική εκστρατεία απορρύθμισης σε επίπεδο ΕΕ. Ωστόσο,το κατά πόσον η οικονομική κατάσταση είναι προβληματική εξαρτάται από τον ορισμό της ανταγωνιστικότητας, από τον χρησιμοποιούμενο παρονομαστή και τον δείκτη αναφοράς, καθώς και από τις περιστάσεις.

Του Karel Lannoo

Σήμερα είναι πλέον σύνηθες να χαρακτηρίζεται η Ευρώπη μη ανταγωνιστική και να ζητείται μια μαζική εκστρατεία απορρύθμισης σε επίπεδο ΕΕ. Ωστόσο,το κατά πόσον η οικονομική κατάσταση είναι προβληματική εξαρτάται από τον ορισμό της ανταγωνιστικότητας, από τον χρησιμοποιούμενο παρονομαστή και τον δείκτη αναφοράς, καθώς και από τις περιστάσεις.

Επιπλέον, η ανταγωνιστικότητα εξομοιώνεται συχνά με την απορρύθμιση, εξομοίωση η οποία είναι εξίσου εσφαλμένη με την υπόθεση ότι η επιδίωξη μαζικής απλούστευσης αποτελεί τη λύση. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να καθοριστούν σωστά οι παράμετροι για την τιθάσευση του αφηγήματος, προκειμένου να μην εκφύγει του ελέγχου και καταλήξει στο στρατόπεδο του ευρωσκεπτικισμού.

Η ανταγωνιστικότητα έκανε την επάνοδό της ως στόχος πολιτικής, παρότι δεν είχε ποτέ πραγματικά εξαφανιστεί από το προσκήνιο: είναι σημαντικό να θυμόμαστε ορισμένα ιστορικά γεγονότα. Με τη στρατηγική της Λισαβόνας, η οποία εγκρίθηκε επίσημα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας τον Μάρτιο του 2000, η ΕΕ θέλησε να καταστεί η πλέον ανταγωνιστική και δυναμική οικονομία με βάση τη γνώση στον κόσμο, με δυνατότητα αειφόρου οικονομικής ανάπτυξης, με περισσότερες και καλύτερες θέσεις απασχόλησης και με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή. Ήδη την εποχή του Jacques Delors, η ανταγωνιστικότητα ήταν θέμα που απασχολούσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αρκεί να διαβάσει κανείς το διάσημο άρθρο του Paul Krugman, του 1994, στο οποίο την χαρακτήριζε ως «επικίνδυνη εμμονή». Εκείνη την περίοδο ο Jacques Delors είχε εκφράσει την ανησυχία του για την αυξανόμενη ανεργία στην Ευρώπη, σε ένα κλίμα ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, και είχε προτείνει ως λύση ένα πρόγραμμα επενδύσεων σε υποδομές και τεχνολογίες αιχμής, μια πρόταση την οποία έχουμε ξανακούσει.

Η νομοθετική απλούστευση είναι επίσης θέμα που βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στην πολιτική ατζέντα. Η λεγόμενη πρωτοβουλία SLIM (απλούστευση της νομοθεσίας στον τομέα της εσωτερικής αγοράς) είχε δρομολογηθεί ήδη από το 1996, όταν η ΕΕ αριθμούσε 15 κράτη μέλη. Ο επίτροπος Charles McCreevy (2004-2009) είχε ταχθεί υπέρ των ρυθμιστικών «παύσεων» κατά την περίοδο 2005-2006, μέχρι που ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση. Ο αντιπρόεδρος Frans Timmermans επιφορτίστηκε με την εκπόνηση προγράμματος για τη βελτίωση της νομοθεσίας από την Επιτροπή Juncker. Παρότι όλα αυτά τα σχέδια υπήρξαν αξιέπαινα, θα ήταν προτιμότερο να αντιμετωπιστούν τα βαθύτερα αίτια της κανονιστικής πολυπλοκότητας, δηλαδή η διαδικασία λήψης αποφάσεων και η ανεπαρκής επιβολή της νομοθεσίας, αντί απλώς και μόνο τα συμπτώματα. Ωστόσο με 27 κράτη μέλη, αυτό είναι πιο εύκολο στα λόγια απ’ ό,τι στην πράξη.

Η ανταγωνιστικότητα, τουλάχιστον όπως ορίζεται στην έκθεση Draghi, αφορά περισσότερο την παραγωγικότητα και την αύξηση του ΑΕΠ, και τα αποτελέσματα που θα προκύψουν μπορεί να διαφέρουν ευρύτατα ανάλογα με τον χρησιμοποιούμενο παρονομαστή. Υπάρχουν όμως και άλλοι τρόποι μέτρησης της ανταγωνιστικότητας. Θα μπορούσε κανείς να εξετάσει συγκριτικά την εσωτερική και την εξωτερική ανταγωνιστικότητα. Σε εσωτερικό επίπεδο, η ΕΕ φαίνεται αδύναμη με φθίνουσα παραγωγικότητα σε σύγκριση με τις ΗΠΑ. Σε εξωτερικό επίπεδο, ωστόσο, το εμπορικό ισοζύγιο και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της ΕΕ παρουσιάζουν πλεόνασμα, ενώ οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τεράστια ελλείμματα των αντίστοιχων ισοζυγίων τους, κάτι το οποίο, εντούτοις, δεν φαίνεται να αποτελεί πρόβλημα (παρά μόνο για τον πρόεδρο Trump).

Η ΕΕ βρίσκεται επίσης σε πολύ καλύτερη δημοσιονομική θέση από τις ΗΠΑ ή ακόμη και από την Ιαπωνία, αν και δεν διαθέτουμε αξιόπιστα στοιχεία για ακριβέστερη σύγκριση με την Κίνα. Το δημοσιονομικό έλλειμμα της ΕΕ ήταν περίπου 3,5 % του ΑΕΠ το 2024, ενώ στις ΗΠΑ σχεδόν το διπλάσιο (6,4 %). ΟΙ ΗΠΑ μπορούν να χρηματοδοτήσουν αυτό το έλλειμμα στις διεθνείς αγορές χάρη στη θέση που κατέχει το δολάριο παγκοσμίως, μολονότι τα μεσοπρόθεσμα επιτόκια σε ΕΕ και ΗΠΑ αποκλίνουν, γεγονός που αντικατοπτρίζει τις ανησυχίες των αγορών σχετικά με την οικονομία των ΗΠΑ. Σήμερα, το εξαμηνιαίο επιτόκιο δανεισμού της αγοράς για το δολάριο ανέρχεται σε 4,8 %, ενώ στη ζώνη του ευρώ είναι 2,5 % (πηγή: Euribor).

Επιπλέον, οι τιμές της ενέργειας στην ΕΕ ήταν πολύ υψηλότερες από ό,τι στις ΗΠΑ από τα μέσα του 2021, όταν ο πρόεδρος Putin άρχισε να χειραγωγεί τις τιμές, με επακόλουθα προβλήματα ανταγωνιστικότητας για τη μεταποιητική βιομηχανία, και ιδίως για τη Γερμανία. Σήμερα, το κόστος της ενέργειας στην ΕΕ είναι τουλάχιστον κατά 50 % υψηλότερο από ό,τι στις ΗΠΑ.

Η ενεργειακή πολιτική αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συζήτηση σχετικά με τις κανονιστικές ρυθμίσεις: το πρόβλημα έγκειται όντως στην υπερβολική ρύθμιση; Αντιθέτως, η ΕΕ διαθέτει μία ενιαία αγορά ενέργειας για τη διανομή και όχι για την παραγωγή, η οποία παραμένει υπό τον έλεγχο των κρατών μελών. Αυτό δημιουργεί προβλήματα σε χώρες με πλεονάζουσα παραγωγή, καθότι αυξάνει τις τιμές λόγω ενεργειακών ελλείψεων σε άλλες χώρες, όπως συμβαίνει μεταξύ Σουηδίας και Γερμανίας.

Επιπροσθέτως, στον ψηφιακό τομέα, θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον η έλλειψη νομοθεσίας θα ήταν προτιμότερη. Θέλουμε ελευθερία λόγου κατά το πρότυπο των ΗΠΑ, χωρίς κανέναν έλεγχο του περιεχομένου; Θέλουμε μια ολιγοπωλιακή αγορά, όπως υφίσταται σήμερα;

Με αυτόν τον σύντομο προβληματισμό, επισημαίνεται ότι κάθε συζήτηση σχετικά με την ανταγωνιστικότητα και την απορρύθμιση πρέπει να προσεγγίζεται με τη μέγιστη δυνατή προσοχή προκειμένου να μην εκφυλιστεί σε δογματική συζήτηση, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την ορθή χάραξη της οικονομικής πολιτικής.