European Economic
and Social Committee
Η εμμονή με την ανταγωνιστικότητα
Του Karel Lannoo
Σήμερα είναι πλέον σύνηθες να χαρακτηρίζεται η Ευρώπη μη ανταγωνιστική και να ζητείται μια μαζική εκστρατεία απορρύθμισης σε επίπεδο ΕΕ. Ωστόσο,το κατά πόσον η οικονομική κατάσταση είναι προβληματική εξαρτάται από τον ορισμό της ανταγωνιστικότητας, από τον χρησιμοποιούμενο παρονομαστή και τον δείκτη αναφοράς, καθώς και από τις περιστάσεις.
Επιπλέον, η ανταγωνιστικότητα εξομοιώνεται συχνά με την απορρύθμιση, εξομοίωση η οποία είναι εξίσου εσφαλμένη με την υπόθεση ότι η επιδίωξη μαζικής απλούστευσης αποτελεί τη λύση. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να καθοριστούν σωστά οι παράμετροι για την τιθάσευση του αφηγήματος, προκειμένου να μην εκφύγει του ελέγχου και καταλήξει στο στρατόπεδο του ευρωσκεπτικισμού.
Η ανταγωνιστικότητα έκανε την επάνοδό της ως στόχος πολιτικής, παρότι δεν είχε ποτέ πραγματικά εξαφανιστεί από το προσκήνιο: είναι σημαντικό να θυμόμαστε ορισμένα ιστορικά γεγονότα. Με τη στρατηγική της Λισαβόνας, η οποία εγκρίθηκε επίσημα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας τον Μάρτιο του 2000, η ΕΕ θέλησε να καταστεί η πλέον ανταγωνιστική και δυναμική οικονομία με βάση τη γνώση στον κόσμο, με δυνατότητα αειφόρου οικονομικής ανάπτυξης, με περισσότερες και καλύτερες θέσεις απασχόλησης και με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή. Ήδη την εποχή του Jacques Delors, η ανταγωνιστικότητα ήταν θέμα που απασχολούσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αρκεί να διαβάσει κανείς το διάσημο άρθρο του Paul Krugman, του 1994, στο οποίο την χαρακτήριζε ως «επικίνδυνη εμμονή». Εκείνη την περίοδο ο Jacques Delors είχε εκφράσει την ανησυχία του για την αυξανόμενη ανεργία στην Ευρώπη, σε ένα κλίμα ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, και είχε προτείνει ως λύση ένα πρόγραμμα επενδύσεων σε υποδομές και τεχνολογίες αιχμής, μια πρόταση την οποία έχουμε ξανακούσει.
Η νομοθετική απλούστευση είναι επίσης θέμα που βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στην πολιτική ατζέντα. Η λεγόμενη πρωτοβουλία SLIM (απλούστευση της νομοθεσίας στον τομέα της εσωτερικής αγοράς) είχε δρομολογηθεί ήδη από το 1996, όταν η ΕΕ αριθμούσε 15 κράτη μέλη. Ο επίτροπος Charles McCreevy (2004-2009) είχε ταχθεί υπέρ των ρυθμιστικών «παύσεων» κατά την περίοδο 2005-2006, μέχρι που ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση. Ο αντιπρόεδρος Frans Timmermans επιφορτίστηκε με την εκπόνηση προγράμματος για τη βελτίωση της νομοθεσίας από την Επιτροπή Juncker. Παρότι όλα αυτά τα σχέδια υπήρξαν αξιέπαινα, θα ήταν προτιμότερο να αντιμετωπιστούν τα βαθύτερα αίτια της κανονιστικής πολυπλοκότητας, δηλαδή η διαδικασία λήψης αποφάσεων και η ανεπαρκής επιβολή της νομοθεσίας, αντί απλώς και μόνο τα συμπτώματα. Ωστόσο με 27 κράτη μέλη, αυτό είναι πιο εύκολο στα λόγια απ’ ό,τι στην πράξη.
Η ανταγωνιστικότητα, τουλάχιστον όπως ορίζεται στην έκθεση Draghi, αφορά περισσότερο την παραγωγικότητα και την αύξηση του ΑΕΠ, και τα αποτελέσματα που θα προκύψουν μπορεί να διαφέρουν ευρύτατα ανάλογα με τον χρησιμοποιούμενο παρονομαστή. Υπάρχουν όμως και άλλοι τρόποι μέτρησης της ανταγωνιστικότητας. Θα μπορούσε κανείς να εξετάσει συγκριτικά την εσωτερική και την εξωτερική ανταγωνιστικότητα. Σε εσωτερικό επίπεδο, η ΕΕ φαίνεται αδύναμη με φθίνουσα παραγωγικότητα σε σύγκριση με τις ΗΠΑ. Σε εξωτερικό επίπεδο, ωστόσο, το εμπορικό ισοζύγιο και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της ΕΕ παρουσιάζουν πλεόνασμα, ενώ οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τεράστια ελλείμματα των αντίστοιχων ισοζυγίων τους, κάτι το οποίο, εντούτοις, δεν φαίνεται να αποτελεί πρόβλημα (παρά μόνο για τον πρόεδρο Trump).
Η ΕΕ βρίσκεται επίσης σε πολύ καλύτερη δημοσιονομική θέση από τις ΗΠΑ ή ακόμη και από την Ιαπωνία, αν και δεν διαθέτουμε αξιόπιστα στοιχεία για ακριβέστερη σύγκριση με την Κίνα. Το δημοσιονομικό έλλειμμα της ΕΕ ήταν περίπου 3,5 % του ΑΕΠ το 2024, ενώ στις ΗΠΑ σχεδόν το διπλάσιο (6,4 %). ΟΙ ΗΠΑ μπορούν να χρηματοδοτήσουν αυτό το έλλειμμα στις διεθνείς αγορές χάρη στη θέση που κατέχει το δολάριο παγκοσμίως, μολονότι τα μεσοπρόθεσμα επιτόκια σε ΕΕ και ΗΠΑ αποκλίνουν, γεγονός που αντικατοπτρίζει τις ανησυχίες των αγορών σχετικά με την οικονομία των ΗΠΑ. Σήμερα, το εξαμηνιαίο επιτόκιο δανεισμού της αγοράς για το δολάριο ανέρχεται σε 4,8 %, ενώ στη ζώνη του ευρώ είναι 2,5 % (πηγή: Euribor).
Επιπλέον, οι τιμές της ενέργειας στην ΕΕ ήταν πολύ υψηλότερες από ό,τι στις ΗΠΑ από τα μέσα του 2021, όταν ο πρόεδρος Putin άρχισε να χειραγωγεί τις τιμές, με επακόλουθα προβλήματα ανταγωνιστικότητας για τη μεταποιητική βιομηχανία, και ιδίως για τη Γερμανία. Σήμερα, το κόστος της ενέργειας στην ΕΕ είναι τουλάχιστον κατά 50 % υψηλότερο από ό,τι στις ΗΠΑ.
Η ενεργειακή πολιτική αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συζήτηση σχετικά με τις κανονιστικές ρυθμίσεις: το πρόβλημα έγκειται όντως στην υπερβολική ρύθμιση; Αντιθέτως, η ΕΕ διαθέτει μία ενιαία αγορά ενέργειας για τη διανομή και όχι για την παραγωγή, η οποία παραμένει υπό τον έλεγχο των κρατών μελών. Αυτό δημιουργεί προβλήματα σε χώρες με πλεονάζουσα παραγωγή, καθότι αυξάνει τις τιμές λόγω ενεργειακών ελλείψεων σε άλλες χώρες, όπως συμβαίνει μεταξύ Σουηδίας και Γερμανίας.
Επιπροσθέτως, στον ψηφιακό τομέα, θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον η έλλειψη νομοθεσίας θα ήταν προτιμότερη. Θέλουμε ελευθερία λόγου κατά το πρότυπο των ΗΠΑ, χωρίς κανέναν έλεγχο του περιεχομένου; Θέλουμε μια ολιγοπωλιακή αγορά, όπως υφίσταται σήμερα;
Με αυτόν τον σύντομο προβληματισμό, επισημαίνεται ότι κάθε συζήτηση σχετικά με την ανταγωνιστικότητα και την απορρύθμιση πρέπει να προσεγγίζεται με τη μέγιστη δυνατή προσοχή προκειμένου να μην εκφυλιστεί σε δογματική συζήτηση, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την ορθή χάραξη της οικονομικής πολιτικής.