Τον Φεβρουάριο του 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε τη «Δέσμη μέτρων για την Ενεργειακή Ένωση», μια «Στρατηγική πλαίσιο για μια ανθεκτική Ενεργειακή Ένωση με μακρόπνοη πολιτική για την κλιματική αλλαγή». Υποβλήθηκαν πολλές καλές προτάσεις· δόθηκαν υποσχέσεις επί υποσχέσεων, μεταξύ άλλων για τη δραστική μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές, τη διαρκή επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την ανάδειξη της Ευρώπης στην πρώτη θέση παγκοσμίως στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Οι πολίτες, υποστηρίχθηκε, θα πρέπει να τεθούν στην καρδιά της πολιτικής...

Αν είχαμε εργαστεί με συνέπεια για την εφαρμογή αυτών των προτάσεων, δεν θα είχαμε βρεθεί τόσο βαθιά μέσα στην κρίση που βιώνουμε σήμερα. Ωστόσο, τα κράτη μέλη φαίνεται να είναι ικανοποιημένα με τις παλαιές πολιτικές τους: η Γερμανία επέτρεψε στον εαυτό της να θαμπωθεί από τα φτηνά ορυκτά καύσιμα του Πούτιν, δηλώνοντας μάλιστα ότι η επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι «υπερβολικά ταχεία». Τέθηκε δε ανώτατο όριο επ' αυτής, με αποτέλεσμα την πραγματική κατάρρευση του κλάδου της αιολικής ενέργειας, με απώλεια περίπου 40 000 θέσεων εργασίας. Η Πολωνία αδυνατεί να στραφεί συντεταγμένα στην απεξάρτηση από το λιθάνθρακα, ενώ η Γαλλία εξακολουθεί να φαντασιώνεται τα εικαζόμενα οφέλη της πυρηνικής βιομηχανίας· ωστόσο, η πραγματικότητα μοιάζει πιο ζοφερή, καθώς –εδώ μπαίνει στο παιχνίδι η κλιματική αλλαγή– περισσότεροι από τους μισούς αντιδραστήρες της Γαλλίας χρειάστηκε να αποσυρθούν από το δίκτυο λόγω τεχνικών προβλημάτων και ανεπαρκούς νερού ψύξης. Η εξάρτηση της ΕΕ από τις εισαγωγές ενέργειας έφτασε στο υψηλότερο σημείο της το 2021, και οι δαπάνες μας σε έρευνα και ανάπτυξη φιλικών προς το κλίμα τεχνολογιών βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο παγκοσμίως.

Μόνο δύο πραγματικές επιλογές έχουμε για την επίλυση του τρέχοντος ενεργειακού μας προβλήματος και την ταυτόχρονη αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής: πολύ συνεπέστερη εξοικονόμηση πόρων και μια πραγματικά μαζική επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες να γίνουν και τα δύο. Το θετικό είναι πως οι εγχώριοι πόροι αιολικής και ηλιακής ενέργειας μας παρέχουν πολύ φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια από τους (επί του παρόντος) ακόμα υψηλά επιδοτούμενους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτά καύσιμα ή πυρηνική ενέργεια.

Συνεπώς το ζήτημα αφορά απλά την κατασκευή πολλών νέων, αποκεντρωμένων δομών παραγωγής, αλλά και τη δημιουργία νέων ενδιαφερόμενων μερών, που θα αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά της ενεργειακής μετάβασης, τούτο δε επειδή η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί κοινωνική αποδοχή, και αυτή μπορεί να δημιουργηθεί μόνο με τη συμμετοχή των ανθρώπων. 90 % των σταθμών παραγωγής πράσινης ενέργειας στη Γερμανία, για παράδειγμα, ανήκουν σε ιδιώτες, γεωργούς, συνεταιρισμούς, ΜΜΕ και δημοτικές επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, και όχι σε μεγάλες ενεργειακές επιχειρήσεις κοινής ωφελείας. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ενδείξεις ύπαρξης στρατηγικής για την πραγματική στήριξη της συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών, προκειμένου να αυξηθεί το δυναμικό παραγωγής και χρήσης αποκεντρωμένης ενέργειας για την απασχόληση, και να διασφαλιστεί η δημόσια οικείωση και συμμετοχή στην ενεργειακή μετάβαση μέσω της προώθησης της ενέργειας των παραγωγών-καταναλωτών και της ενέργειας των πολιτών. Αυτό θα το πληρώσουμε ακριβά, τώρα και τους επόμενους μήνες. Δυστυχώς, το ίδιο θα κάνει και το κλίμα.

Lutz Ribbe, Πρόεδρος του Παρατηρητηρίου Βιώσιμης Ανάπτυξης, μέλος της ΕΟΚΕ