Κατά τη σύνοδο ολομέλειας του Μαρτίου, η ΕΟΚΕ ενέκρινε γνωμοδότηση με θέμα την αναδιατύπωση της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (ΟΕΑΚ), εκφράζοντας την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η νέα πρόταση της Επιτροπής λαμβάνει υπόψη τα ζητήματα που επισημάνθηκαν σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ.

Σχολιάζοντας την έγκριση του εγγράφου, ο εισηγητής Mordechaj Martin Salamon δήλωσε ότι «η ΕΟΚΕ επικροτεί ανεπιφύλακτα την εν λόγω προσέγγιση της ΕΕ καθότι προωθεί τις ανακαινίσεις, ιδιαιτέρως των κτιρίων με τις χειρότερες επιδόσεις, και θέτει την Ευρωπαϊκή Ένωση στον δρόμο για την απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης: τα μέτρα σε επίπεδο ΕΕ είναι πιο αποτελεσματικά όσον αφορά την επιτάχυνση της αναγκαίας μετάβασης».

Η επικαιροποιημένη οδηγία για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων έχει ως στόχο να συμβάλει στην επίτευξη ενός δομημένου περιβάλλοντος ενεργειακά αποδοτικού, υψηλής ποιότητας και χωρίς ορυκτά καύσιμα, παρέχοντας τα εργαλεία για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας και της διαρθρωτικής ανεπάρκειας μακροπρόθεσμων επενδύσεων στον κατασκευαστικό τομέα.

Οι πρόσφατες υψηλές αυξήσεις των τιμών της ενέργειας και η προοπτική διατήρησης υψηλών τιμών τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα κατέδειξαν ακόμα περισσότερο πόσο σημαντική είναι η θέσπιση στρατηγικής για την άμβλυνση και την εξάλειψη της ενεργειακής φτώχειας. 

Το 2018, 6,8 % του πληθυσμού σε ολόκληρη την ΕΕ (περίπου 30,3 εκατομμύρια άνθρωποι) δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στους λογαριασμούς των υπηρεσιών κοινής ωφελείας και συνεπώς διέτρεχε κίνδυνο διακοπής του εφοδιασμού του· οι πρόσφατες εξελίξεις επιδείνωσαν την κατάσταση. 

Προκειμένου να διασφαλιστεί για όλους η πρόσβαση σε αξιοπρεπή, οικονομικά προσιτή και υγιεινή στέγαση, η ΕΕ θα πρέπει να εφαρμόσει μακροπρόθεσμα μέτρα για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, συμπεριλαμβανομένης της ασφαλούς αφαίρεσης του αμιάντου. Ακόμα μεγαλύτερη καθιστά την ανάγκη για μέτρα το γεγονός ότι το κόστος θέρμανσης και ψύξης που βασίζονται σε ορυκτά καύσιμα θα αυξηθεί λόγω του αυξανόμενου κόστους των δικαιωμάτων του συστήματος εμπορίας εκπομπών της ΕΕ. (mp)