Ο Jacques Delors, που έφυγε από τη ζωή στις 27 Δεκεμβρίου 2023, θα μείνει στην ιστορία ως ο πιο σπουδαίος, αποτελεσματικός, οξυδερκής και οραματιστής Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, «θεμελιωτής» μιας ενωμένης Ευρώπης, όπως ήταν πολύ παλιότερα ο Jean Monnet και ο Robert Schuman.

Πριν από τον Jacques Delors, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν ήταν παρά ένας Ευρωπαίος γραφειοκράτης· εκείνος ήταν που προσέδωσε σε αυτόν τον ρόλο καθεστώς ισοδύναμο με το καθεστώς αρχηγού κράτους ή κυβέρνησης, το οποίο έτυχε κατόπιν καθολικής αναγνώρισης. Κατά τη διάρκεια της δεκαετούς θητείας του, από το 1985 έως το 1995, και με την υποστήριξη του Γερμανού Καγκελαρίου Helmut Kohl και του Γάλλου Προέδρου François Mitterrand, προώθησε σθεναρά και αποφασιστικά τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Κατ’ αρχάς, επανεκκίνησε αμέσως αυτή τη διαδικασία με σκοπό τη μετατροπή της κοινής αγοράς, η οποία βασιζόταν στην τελωνειακή ένωση, σε μια αμιγώς ενιαία αγορά έως το 1992. Στη συνέχεια, ενώ η ενιαία αγορά βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της υλοποίησης, εγκαινίασε το άλλο σπουδαίο εγχείρημά του, τη νομισματική ένωση, παράλληλα με τη διεύρυνση των κοινοτικών αρμοδιοτήτων μέσω της Συνθήκης του Μάαστριχτ με την οποία ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Για πρώτη φορά, αντιμετώπισε επίσης το «δημοκρατικό έλλειμμα» της Κοινότητας προτείνοντας και εξασφαλίζοντας περισσότερες εξουσίες για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αρχικά μέσω της διαδικασίας συνεργασίας (που προβλέπεται στην Ενιαία Πράξη) και στη συνέχεια (μετά τη μεταρρύθμιση του Μάαστριχτ) μέσω της διαδικασίας συναπόφασης, η οποία ανέθεσε πραγματικό ρόλο συννομοθέτη στη Συνέλευση του Στρασβούργου, σε θέματα που υπόκεινται στη λήψη αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο.

Η πορεία προς τον στρατηγικό στόχο της ενιαίας αγοράς ξεκίνησε με δύο έγγραφα: την έκθεση σχετικά με το κόστος της «μη Ευρώπης», η οποία κατέδειξε τα οικονομικά οφέλη της άρσης των εναπομενόντων εσωτερικών κανονιστικών φραγμών, και την πρώτη «Λευκή Βίβλο», στην οποία προσδιορίζονταν όλα τα νομοθετικά μέτρα (περίπου 200) που απαιτούνταν για την εξάλειψη των εμποδίων αυτών.

Ο Jacques Delors υπέδειξε εξαρχής την ενίσχυση των μηχανισμών λήψης αποφάσεων και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων ως το βασικό εργαλείο για την ολοκλήρωση του εγχειρήματος. Ως εκ τούτου, πρότεινε, με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, μια πρώτη πραγματική μεταρρύθμιση των Συνθηκών της Ρώμης του 1957, με τις οποίες ιδρύθηκαν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες (κοινή αγορά και Ευρατόμ), και έπεισε τα κράτη μέλη να την εγκρίνουν (1987).

Στη συνέχεια, ο Jacques Delors διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο στον επαναπροσδιορισμό του κοινοτικού δημοσιονομικού πλαισίου, με σημαντική αύξηση των δημοσιονομικών πόρων στο 1,20 % του συνολικού ΑΕΠ των κρατών μελών με το «πακέτο Delors I» (1988-1992) και στο 1,27 % με το «πακέτο Delors II» (1993-1999) και με κατακόρυφη άνοδο του ύψους των κονδυλίων για την «οικονομική και κοινωνική συνοχή» (περιφερειακή και διαρθρωτική πολιτική), που θεωρήθηκε απαραίτητο αντιστάθμισμα στην ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς. Ακόμη πιο σημαντική, ωστόσο, ήταν η συστημική αλλαγή του κοινοτικού δημοσιονομικού πλαισίου, το οποίο μετατράπηκε από ετήσιο σε μεσοπρόθεσμο (επταετές), αρχής γενομένης από τα δύο «πακέτα Delors».

Η αλλαγή αυτή απέτρεψε την επανάληψη, κάθε χρόνο, των έντονων δημοσιονομικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των κρατών μελών, οι οποίες επιβράδυναν για μήνες το έργο των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Ένα άλλο βασικό στοιχείο που εισήγαγε ο Jacques Delors στις ευρωπαϊκές πολιτικές ήταν η κοινωνική διάσταση (αυτός δρομολόγησε, εκτός των άλλων, τον «κοινωνικό διάλογο» μεταξύ των επιχειρήσεων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων). Ωστόσο, το κοινωνικό πρόγραμμά του, το οποίο προέβλεπε επίσης την εναρμόνιση των μέσων προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση κρίσης και την αντιμετώπιση των πιέσεων για τη μετεγκατάσταση των παραγωγικών δραστηριοτήτων, ήταν ένα από τα ημιτελή έργα του.

Η μεγαλύτερη αποτυχία του, ωστόσο, ήταν εκείνη της δεύτερης «Λευκής Βίβλου για την ανάπτυξη, απασχόληση και ανταγωνιστικότητα», η οποία εγκαινιάστηκε με τυμπανοκρουσίες το 1993, ως το τελευταίο μεγάλο έργο της θητείας του. Επρόκειτο για πρόταση αναζωογόνησης και τόνωσης της οικονομίας (με προβλεπόμενη χρηματοδότηση ύψους 20 δισ. ευρώ σε διάστημα 20 ετών), η οποία βασιζόταν, μεταξύ άλλων, σε κοινή έκδοση χρέους (8 δισ. ευρώ ετησίως), καθώς και σε συνεισφορές από τον κοινοτικό προϋπολογισμό και δάνεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, για τη στήριξη της κατασκευής υποδομών μεταφορών και τηλεπικοινωνιών, καθώς και μιας σειράς άλλων οικονομικών και κοινωνικών πρωτοβουλιών (ουσιαστικά, επρόκειτο για προάγγελο αυτού που, πάνω από 20 χρόνια αργότερα, θα αποτελούσε το μέσο ανάκαμψης «NextGenerationEU» για την αντιμετώπιση της πανδημικής κρίσης).

Το σχέδιο, το οποίο αρχικά έτυχε θετικής υποδοχής από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αργότερα επικρίθηκε και εγκαταλείφθηκε από τους υπουργούς Οικονομικών της ΕΕ. Η δεκαετία του Jacques Delors έκλεισε με αλλαγή τοπίου, καθώς το άστρο του άρχισε να δύει εν μέσω θύελλας κατηγοριών για υπέρμετρη φιλοδοξία, ιακωβινικό συγκεντρωτισμό και υπερβολικές κανονιστικές ρυθμίσεις. Μετά από χρόνια, ωστόσο, κάποιες από τις ιδέες του πραγματώθηκαν, όπως τα «διευρωπαϊκά δίκτυα» ή το πρόγραμμα «SURE» για τη στήριξη των συστημάτων ασφάλισης των εργαζομένων κατά τη διάρκεια της κρίσης COVID-19.