Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εξέφρασε την ικανοποίησή της για την προτεινόμενη νέα δέσμη μέτρων της ΕΕ για την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο, αλλά επισήμανε αδυναμίες στην αντιμετώπιση του τεράστιου χάσματος δεξιοτήτων στον κυβερνοχώρο στην Ευρώπη. Οι οντότητες ζωτικής σημασίας χρειάζονται επίσης εξορθολογισμό, απλούστευση και σαφέστερες κατευθυντήριες γραμμές εφαρμογής, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ.

Σε γνωμοδότηση που ενέκρινε στη σύνοδο ολομέλειας του Απριλίου, η ΕΟΚΕ χαιρέτισε τη νέα στρατηγική ασφάλειας στον κυβερνοχώρο ως θετικό βήμα για την προστασία κυβερνήσεων, ανθρώπων και επιχειρήσεων από κυβερνοαπειλές και για τη διασφάλιση της οικονομικής ανάπτυξης - ένα πεδίο στο οποίο η ΕΕ φαίνεται ιδιαιτέρως ευάλωτη, με τον οικονομικό αντίκτυπο του κυβερνοεγκλήματος να ανέρχεται στο 0,84% του ΑΕγχΠ σε σύγκριση με το 0,78% της Βορείου Αμερικής.

Εντούτοις, η ΕΟΚΕ τονίζει ότι υπάρχει σοβαρή έλλειψη δεξιοτήτων στον κυβερνοχώρο στην Ευρώπη και ότι η στρατηγική δεν θα είναι αρκετή για την καλύψει. Η ζήτηση επαγγελματιών στην κυβερνοασφάλεια έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια και εκτοξεύτηκε με την πανδημία.

Αλλά τα κενά που υπάρχουν είναι περισσότερα από τους επαγγελματίες που μπορούν να τα καλύψουν: οι κενές θέσεις εργασίας στον τομέα της κυβερνοασφάλειας στην ΕΕ αναμένεται να ανέλθουν στις 200.000 τουλάχιστον το 2022.

«Είναι σαφές ότι η ΕΕ χρειάζεται επειγόντως εκπαιδευμένους επαγγελματίες για να εργαστούν στον τομέα της κυβερνοασφάλειας τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, για την ασφάλεια των ατόμων, των επιχειρήσεων και της ΕΕ» δήλωσε ο Philip von Brockdorff, εισηγητής της γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ για τη στρατηγική. «Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ΕΟΚΕ συνιστά θερμά να υπάρξει μια εναρμονισμένη σταδιοδρομία στον τομέα της ασφάλειας στον κυβερνοχώρο, ώστε να καλυφθεί το αυξανόμενο χάσμα δεξιοτήτων που υπάρχει στην ΕΕ».

Οι ΗΠΑ έχουν αναπτύξει ένα Εργαλείο Σταδιοδρομίας για την Ασφάλεια στον Κυβερνοχώρο ώστε να βοηθούνται οι άνθρωποι που σκέφτονται να σταδιοδρομήσουν στον τομέα της κυβερνοασφάλειας να εντοπίσουν, να οικοδομήσουν και να ακολουθήσουν μια σταδιοδρομία στον τομέα αυτόν. Η Ευρώπη θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα δικό της πανευρωπαϊκό εργαλείο για σταδιοδρομία στον τομέα της κυβερνοασφάλειας, σύμφωνα με πρόταση της ΕΟΚΕ, ένα εργαλείο το οποίο θα βοηθήσει στην εξειδίκευση εργατικού δυναμικού στην κυβερνοασφάλεια, με συγκρίσιμες δεξιότητες στην Ευρώπη, που θα έχει τη δυνατότητα να κυκλοφορεί διασυνοριακά και να καλύπτει τη ζήτηση σε όλη την Ένωση σε αυτήν τη βιομηχανία με το υψηλό δυναμικό ανάπτυξης.

Σε μια άλλη γνωμοδότηση που εγκρίθηκε στη σύνοδο ολομέλειας του Απριλίου, με εισηγητή τον Maurizio Mensi, η ΕΟΚΕ χαιρετίζει τις δύο προτάσεις της Επιτροπής για περαιτέρω βελτίωση της ανθεκτικότητας των δημόσιων και ιδιωτικών φορέων έναντι των απειλών από επιθέσεις στον κυβερνοχώρο και σωματικές επιθέσεις, και συμμερίζεται την ανάγκη ενίσχυσης της βιομηχανίας και της ικανότητας καινοτομίας της ΕΕ χωρίς αποκλεισμούς, σύμφωνα με μια στρατηγική βασισμένη σε τέσσερις πυλώνες: προστασία δεδομένων, θεμελιώδη δικαιώματα, ασφάλεια και κυβερνοασφάλεια.

Εντούτοις, για λόγους απλούστευσης και λειτουργικής συγκέντρωσης, η ΕΟΚΕ ζητά να συγχωνευτούν οι δύο προτάσεις σε ένα ενιαίο κείμενο, καθώς συνδέονται στενά και είναι συμπληρωματικές (η μία εστιάζει κυρίως στην κυβερνοασφάλεια και η άλλη στη σωματική ασφάλεια) και ορισμένες διατάξεις αλληλεπικαλύπτονται.

Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής, η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι απαιτούνται συγκεκριμένες και σαφέστερες κατευθυντήριες γραμμές ώστε να εντοπίζονται με ακρίβεια οι οντότητες «ζωτικής σημασίας» που ορίζονται από την προτεινόμενη οδηγία. Σχολιάζοντας το σημείο αυτό, ο κ. Mensi δήλωσε: «Τα κριτήρια διάκρισης μεταξύ των «θεμελιωδών» και «σημαντικών» οντοτήτων σε τομείς που χαρακτηρίζονται ζωτικής σημασίας για την οικονομία και την κοινωνία θα πρέπει να ορίζονται με μεγαλύτερη ακρίβεια. Πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι διαφορετικές προσεγγίσεις σε εθνικό επίπεδο δεν θα παρακωλύουν τον ανταγωνισμό ή την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων και υπηρεσιών, με κίνδυνο να ζημιωθούν οι επιχειρήσεις και να υπονομευθούν οι εμπορικές συναλλαγές.» (dm/mp)