Πρέπει η ΕΕ και τα κράτη μέλη της να λάβουν μέτρα για την αρωγή όσων παρέχουν μακροχρόνια φροντίδα σε οικείους τους με αναπηρία, με χρόνιες ή εκφυλιστικές παθήσεις. Αυτό είναι το μήνυμα της ΕΟΚΕ στη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της με θέμα «Μέλη της οικογένειας που φροντίζουν άτομα με αναπηρία και ηλικιωμένους», την οποία ενέκρινε κατά τη σύνοδο ολομέλειάς της τον περασμένο Οκτώβριο.

Ο εισηγητής της γνωμοδότησης Pietro Vittorio Barbieri επισήμανε ότι όλα τα συναφή μέτρα πρέπει να λαμβάνουν από κοινού οι αρμόδιοι χάραξης πολιτικής, οι εργοδότες (μέσω του κοινωνικού διαλόγου), οι οικογενειακοί φροντιστές και οι αντιπροσωπευτικές τους οργανώσεις:

«Το πρώτο βήμα είναι να αναγνωρίσουμε την αξία του έργου τους και να τους δώσουμε τη δυνατότητα να έχουν λόγο στη φροντίδα που παρέχουν. Το δεύτερο βήμα έγκειται στην παροχή υπηρεσιών στέγασης και στην πρόληψη της απομόνωσης, της περιθωριοποίησης, καθώς και της σωματικής και ψυχολογικής τους υπερφόρτωσης. Είναι σαφές ότι, εάν το κάθε κράτος μπορεί να εγγυάται την παροχή ορισμένων συναφών υπηρεσιών, τούτο θα απαλλάξει τα μέλη της οικογένειας από μέρος του βάρους που επωμίζονται.»

Τέτοια μέτρα είναι η παροχή στους οικογενειακούς φροντιστές επαρκών υπηρεσιών προστασίας της υγείας τους ―συμπεριλαμβανομένης της προληπτικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψής τους― και ειδικής εκπαίδευσης για το πώς να φροντίζουν οι ίδιοι την υγεία τους. Απαραίτητες κρίνονται επίσης η παροχή βοήθειας στέγασης, κατ’ οίκον υπηρεσιών (σύμφωνα με τις ανάγκες σε ιατροφαρμακευτική και νοσηλευτική περίθαλψη) καθώς και υπηρεσιών ψυχολογικής υποστήριξης στον φροντιστή συγγενή και στην οικογένειά του.

Επίσης, η ΕΟΚΕ προτρέπει τα κράτη μέλη να εξετάσουν το ενδεχόμενο χορήγησης άλλων τύπων απολαβών (π.χ. οικονομικών βοηθημάτων) σε όσους οικογενειακούς φροντιστές διατρέχουν τον κίνδυνο της φτωχοποίησης όταν αναγκάζονται να εγκαταλείψουν εντελώς ή εν μέρει την αμειβόμενη εργασία τους.
Οι δε εργοδότες πρέπει να ενθαρρύνονται να επιτρέπουν ελαστικές μορφές εργασίας και πρόσθετες ευκολίες –πέραν των ελαχίστων που ορίζει ήδη η οικεία νομοθεσία των κρατών μελών– σε όσους εργαζομένους παρέχουν συνεχή φροντίδα σε μέλη της οικογένειάς τους.

Η πανδημία COVID-19 έχει πιθανώς επιδεινώσει την κατάσταση πολλών οικογενειακών φροντιστών, αλλά δεν είναι διαθέσιμες επαρκείς επίκαιρες πληροφορίες σχετικές με την κλίμακα του ζητήματος, κάτι που εμποδίζει τις προσπάθειες επίλυσής του. (ll)