Της Kinga Grafa

Οι επιχειρήσεις στην Ευρώπη εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υπερβολική γραφειοκρατία, κανονιστικό κατακερματισμό και αυξανόμενο κόστος. Αυτή η υπερβολική ρύθμιση παρακωλύει την ανάπτυξή τους και δεν τους επιτρέπει να συμβαδίζουν με ανταγωνιστές από άλλα μέρη του κόσμου. Η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να εθελοτυφλεί — οι επιχειρηματίες χρειάζονται πραγματικές αλλαγές και όχι περισσότερη ανάλυση των ίδιων εμποδίων που γνωρίζουμε εδώ και χρόνια. Αυτή είναι μια σημαντική στιγμή για τη μετάβαση από τα λόγια στις πράξεις, γράφει η Kinga Grafa, της πολωνικής συνομοσπονδίας επιχειρήσεων Lewiatan.

Της Kinga Grafa

Οι επιχειρήσεις στην Ευρώπη εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υπερβολική γραφειοκρατία, κανονιστικό κατακερματισμό και αυξανόμενο κόστος. Αυτή η υπερβολική ρύθμιση παρακωλύει την ανάπτυξή τους και δεν τους επιτρέπει να συμβαδίζουν με ανταγωνιστές από άλλα μέρη του κόσμου. Η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να εθελοτυφλεί — οι επιχειρηματίες χρειάζονται πραγματικές αλλαγές και όχι περισσότερη ανάλυση των ίδιων εμποδίων που γνωρίζουμε εδώ και χρόνια. Αυτή είναι μια σημαντική στιγμή για τη μετάβαση από τα λόγια στις πράξεις, γράφει η Kinga Grafa, της πολωνικής συνομοσπονδίας επιχειρήσεων Lewiatan.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε πρόσφατα την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας, έναν χάρτη πορείας για την επόμενη πενταετία που αποσκοπεί στην ενίσχυση της οικονομικής θέσης της ΕΕ και στη στήριξη των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Ο τρόπος δράσης που προτείνει η Επιτροπή είναι ο ενδεδειγμένος. Οι επιχειρήσεις επιζητούν εδώ και καιρό τέτοιες αλλαγές, καθιστώντας την «ανταγωνιστικότητα» και την «ενιαία αγορά» κορυφαίες προτεραιότητές τους. Ωστόσο, εάν όντως η ΕΕ επιθυμεί να είναι παγκόσμιος ανταγωνιστής, πρέπει να αναλάβει δράση τώρα. Έχοντας ως βάση μια ισχυρή οικονομία, πρέπει επειγόντως να εξορθολογίσουμε το κανονιστικό πλαίσιο, να μειώσουμε το ενεργειακό κόστος και να εξασφαλίσουμε αποτελεσματική στήριξη των επενδύσεων και της καινοτομίας. Αντιμέτωποι με ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, χρειαζόμαστε επίσης να οριστικοποιήσουμε συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών με βασικούς εταίρους, όπως εκείνες που καλύπτουν την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες.

Οι επιχειρήσεις στην Ευρώπη εξακολουθούν επί του παρόντος να αντιμετωπίζουν υπερβολική γραφειοκρατία, κανονιστικό κατακερματισμό και αυξανόμενο κόστος. Οι ανταγωνιστές από άλλα μέρη του κόσμου αναπτύσσονται ταχύτερα, τη στιγμή που η υπερβολική ρύθμιση εμποδίζει την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να προτείνει συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν πράγματι το επιχειρηματικό περιβάλλον της ΕΕ. Με την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας αντιμετωπίζονται τα κύρια εμπόδια στην ανάπτυξη και την παραγωγικότητα στην ΕΕ, όπως το υψηλό ενεργειακό κόστος, η υπερβολική ρύθμιση και οι ελλείψεις δεξιοτήτων και εργατικού δυναμικού. Αυτός είναι ο σωστός τρόπος δράσης, αλλά το σημαντικότερο είναι να εφαρμοστεί στην πράξη. Τούτο προϋποθέτει νομοθετικές προτάσεις και σχέδια δράσης που προωθούν την ανταγωνιστικότητα και δεν λειτουργούν ως τροχοπέδη για αυτήν.

Η ενιαία αγορά αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα επιτυχημένα παραδείγματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά το δυναμικό της πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρον. Είναι απαράδεκτο να εξακολουθούν να υφίστανται οι ίδιοι φραγμοί στην ενιαία αγορά που εντοπίστηκαν πριν από 20 χρόνια. Η πολωνική Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ έχει την ευκαιρία να αλλάξει την υφιστάμενη κατάσταση, με βασική προτεραιότητα την ελευθερία παροχής υπηρεσιών. Τούτο είναι ζωτικής σημασίας όχι μόνο για τον τομέα των μεταφορών, αλλά και για τους ολοένα περισσότερους ομίλους εταιρειών που προσφέρουν επαγγελματικές υπηρεσίες. Δυστυχώς, οι εκθέσεις Letta και Draghi δεν δίνουν επαρκή προσοχή στο ζήτημα αυτό. Η έκθεση Letta επικεντρώθηκε μόνο στις κατασκευές και στο λιανικό εμπόριο, ενώ στην έκθεση Draghi δεν ελήφθησαν υπόψη οι εκτιμήσεις της Επιτροπής για τα πρόσθετα μέτρα που θα μπορούσαν να απελευθερώσουν το δυναμικό της αγοράς υπηρεσιών. Ως θετική συμβολή, στην έκθεση Niinistö τονίστηκε ο ρόλος των υπηρεσιών στην οικοδόμηση ανθεκτικότητας και ασφάλειας. Είναι αυτονόητο το πόσο σημαντικό είναι αυτό στο τρέχον γεωπολιτικό τοπίο. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή προτείνει το «28ο καθεστώς» — ένα ενιαίο σύνολο κανόνων που θα καλύπτουν τη φορολογία, το εργατικό δίκαιο και το εταιρικό δίκαιο. Η πρωτοβουλία αυτή αποσκοπεί στην απλούστευση των διασυνοριακών δραστηριοτήτων, ιδίως για τις ΜμΕ, αλλά δεν γνωρίζουμε αρκετά σχετικά με την πρόταση σε αυτό το στάδιο ώστε να είμαστε σε θέση να την αξιολογήσουμε.

Η ανακοίνωση περί απορρύθμισης και εξορθολογισμένης νομοθεσίας αποτελεί σαφώς ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Τώρα, ωστόσο, είναι η ώρα οι προτάσεις να γίνουν πράξεις, και τούτο δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στη μείωση του φόρτου υποβολής εκθέσεων. Ελπίζουμε ότι η Επιτροπή θα διενεργήσει ενδελεχή «έλεγχο» της νομοθεσίας της ΕΕ, ο οποίος θα μετουσιωθεί σε συγκεκριμένες προτάσεις για την ταχεία βελτίωση του κανονιστικού περιβάλλοντος της ΕΕ.

Προσβλέπουμε στο φόρουμ της ενιαίας αγοράς στην Κρακοβία και αναμένουμε τα συμπεράσματα της δημόσιας διαβούλευσης στην οποία συμμετέχουν και μέλη της Lewiatan. Στόχος θα είναι η προετοιμασία της επόμενης στρατηγικής για την ενιαία αγορά.

Πρόκειται για μια κρίσιμη στιγμή, ήτοι η μετάβαση από τα λόγια στις πράξεις και η εφαρμογή λύσεων που απελευθερώνουν πραγματικά την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Ο διάλογος μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των κοινωνικών εταίρων θα είναι απαραίτητος για την εξεύρεση λύσεων που να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων. Εάν δεν λάβουμε τολμηρές αποφάσεις, θα χάσουμε πολύτιμο χρόνο και θα μείνουμε πίσω στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Η Kinga Grafa είναι αναπληρώτρια γενική διευθύντρια ευρωπαϊκών υποθέσεων της συνομοσπονδίας Lewiatan και μόνιμη αντιπρόσωπος στη BusinessEurope. Έχοντας σπουδάσει πολιτικές επιστήμες και δημοσιογραφία, απέκτησε εμπειρία σχετικά με τη λειτουργία της ΕΕ κατά την περίοδο που εργάστηκε στο Γραφείο της Επιτροπής Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης (2008-2009) και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (2009-2014). Είναι επίσης μια εκ των συγγραφέων βιβλίου σχετικά με την πολωνική αριστοκρατία και έχει στο ενεργητικό της επιστημονικές δημοσιεύσεις σχετικά με την αμερικανική εξωτερική πολιτική, την αμερικανική ελίτ και την πολιτιστική διπλωματία.

Η ΕΕ πρέπει να αντισταθεί στον πειρασμό της απορρύθμισης, καθώς το μόνο αποτέλεσμα θα είναι η δημιουργία αβεβαιότητας για τις επιχειρήσεις, η αποδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας με γνώμονα τη βιωσιμότητα και η μείωση της ευημερίας και της εμπιστοσύνης των πολιτών, σύμφωνα με τον Danny Jacobs, γενικό διευθυντή του περιβαλλοντικού δικτύου της Φλάνδρας Bond Beter Leefmilieu – BBL. Ο κ. Jacobs μοιράστηκε μαζί μας τους προβληματισμούς των περιβαλλοντικών ΜΚΟ σχετικά με την τελευταία πρόταση της ΕΕ για την απλούστευση των κανονισμών, για την οποία εκφράζονται φόβοι ότι ενδέχεται να περιθωριοποιήσει τους κύριους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας.

Η ΕΕ πρέπει να αντισταθεί στον πειρασμό της απορρύθμισης, καθώς το μόνο αποτέλεσμα θα είναι η δημιουργία αβεβαιότητας για τις επιχειρήσεις, η αποδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας με γνώμονα τη βιωσιμότητα και η μείωση της ευημερίας και της εμπιστοσύνης των πολιτών, σύμφωνα με τον Danny Jacobs, γενικό διευθυντή του περιβαλλοντικού δικτύου της Φλάνδρας Bond Beter Leefmilieu – BBL. Ο κ. Jacobs μοιράστηκε μαζί μας τους προβληματισμούς των περιβαλλοντικών ΜΚΟ σχετικά με την τελευταία πρόταση της ΕΕ για την απλούστευση των κανονισμών, για την οποία εκφράζονται φόβοι ότι ενδέχεται να περιθωριοποιήσει τους κύριους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας.

Πώς σχολιάζετε τις τελευταίες πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την απορρύθμιση, όπως την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας ή τη δέσμη μέτρων Omnibus;

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε ένα οικονομικά προσανατολισμένο θεματολόγιο απορρύθμισης και απλούστευσης, το οποίο απειλεί να θέσει σε κίνδυνο τα περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά επιτεύγματα που εξασφαλίστηκαν με σκληρούς αγώνες. Αυτή η ρήξη μεταξύ προσαρμογής και διατήρησης του ευρωπαϊκού κεκτημένου δυσχεραίνει τη χάραξη σαφούς πορείας για την ΕΕ.

Η Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία παρουσιάστηκε στα τέλη Ιανουαρίου, απηχεί τις ανησυχίες των επιχειρήσεων σχετικά με το ενεργειακό κόστος και τις οικονομικές προκλήσεις, αλλά περιθωριοποιεί βασικές προτεραιότητες, όπως τη μηδενική ρύπανση και την ευημερία των πολιτών, με αποτέλεσμα να μην οδηγεί την Ευρώπη σε μια μελλοντικά καθαρή, ευημερούσα και κυκλική οικονομία. Με την Πυξίδα, η Ευρώπη κινδυνεύει να ξεφύγει από την πορεία της. Η προώθηση της ανταγωνιστικής απανθρακοποίησης χωρίς την ενσωμάτωση κοινωνικών και περιβαλλοντικών στόχων υπονομεύει τον ίδιο τον σκοπό των θεσμικών οργάνων της ΕΕ: να υπηρετούν και να υπερασπίζονται το κοινό καλό.

Αυτό που ανησυχεί τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών είναι ο επισφαλής στόχος απλούστευσης κατά 25 % στο πλαίσιο της Πυξίδας. Μολονότι ο εξορθολογισμός των κανονισμών είναι ευπρόσδεκτος, η απλούστευση χωρίς ενδελεχείς αξιολογήσεις θα μπορούσε να υπονομεύσει κρίσιμες πτυχές της προστασίας της υγείας, καθώς και της κοινωνικής και της περιβαλλοντικής προστασίας. Η επιχειρηματική καινοτομία δεν παρεμποδίζεται από το ρυθμιστικό πλαίσιο, αλλά μάλλον από την έλλειψη σαφών κανόνων. Το μόνο που θα επιτύχει η περαιτέρω απορρύθμιση είναι να δημιουργήσει κλίμα αβεβαιότητας, το οποίο θα πλήξει τους πρωτοπόρους —τις επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν πρώτες καινοτόμες δράσεις— θέτοντας παράλληλα σε κίνδυνο την πρόοδο και τη βιωσιμότητα.

Φοβόμαστε επίσης ότι αυτή η ώθηση για απλούστευση θα αποβεί εις βάρος των περιβαλλοντικών και των κοινωνικών στόχων. Η οδηγία για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας από τις εταιρείες, η οδηγία σχετικά με την εταιρική δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τη βιωσιμότητα και ο κανονισμός για την ταξινόμηση των επενδύσεων της ΕΕ παρουσιάζουν πολλές αδυναμίες και δεν έχουν σημειώσει την πρόοδο που αναμενόταν. Η περαιτέρω αποδυνάμωση των νομοθετημάτων αυτών τη στιγμή που ήδη δεν αποδίδουν ικανοποιητικά θα τα καταστήσει κενό γράμμα.

Ορίστε άλλο ένα συγκεκριμένο παράδειγμα που καταδεικνύει με σαφήνεια την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε επί του παρόντος.  Τα τελευταία χρόνια, η Φλάνδρα αντιμετωπίζει τεράστιο πρόβλημα με τις υπερφθοριωμένες και τις πολυφθοριωμένες αλκυλιωμένες ουσίες, τις λεγόμενες PFAS. Μεγάλο μέρος των εδαφών μας είναι μολυσμένο με αυτές τις χημικές ουσίες, γεγονός που έχει επιπτώσεις σε εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες. Ο περιορισμός ή η απαγόρευση βάσει της νομοθεσίας για τα χημικά προϊόντα (REACH) θεωρείται το αποτελεσματικότερο εργαλείο για τον έλεγχο των κινδύνων που ενέχουν ουσίες όπως οι PFAS, οι οποίες χρησιμοποιούνται σε βιομηχανικές διεργασίες, καθώς και σε προϊόντα (μείγματα και είδη). Εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραβλέψει τη σημασία της αυστηρής ρύθμισης μέσω του κανονισμού REACH, θα αυξηθεί ο κίνδυνος έκθεσης σε επικίνδυνες χημικές ουσίες, οι οποίες είναι επιβλαβείς για τη δημόσια υγεία. Οι εταιρείες θα έχουν λιγότερες υποχρεώσεις να αναζητούν ασφαλείς εναλλακτικές λύσεις, γεγονός που παρεμποδίζει την καινοτομία στον κλάδο της βιώσιμης χημείας. Η ρύπανση του περιβάλλοντος μπορεί να αυξηθεί, καθώς οι πιο ελαστικοί κανόνες οδηγούν σε πιο επικίνδυνες απορρίψεις και απόβλητα. Οι καταναλωτές διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο, επειδή τα προϊόντα δεν ελέγχονται το ίδιο διεξοδικά για τοξικές ουσίες. Αυτό θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα οι ευρωπαϊκές εταιρείες να υστερήσουν στην παγκόσμια μετάβαση σε ασφαλέστερα και φιλικότερα προς το περιβάλλον προϊόντα, παραχωρώντας μερίδιο της αγοράς στους ανταγωνιστές τους που υιοθετούν μελλοντικά βιώσιμες καινοτομίες.

Πόσο αισιόδοξος είστε για την τύχη της Πράσινης Συμφωνίας υπό το πρίσμα της πρόσφατα ανακοινωθείσας πορείας την οποία χάραξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την τόνωση της ευρωπαϊκής οικονομίας;

Το πρόγραμμα εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2025 είναι ελπιδοφόρο αλλά, ταυτόχρονα, εγκυμονεί κινδύνους. Μολονότι η προσήλωσή του στην απανθρακοποίηση και την οικονομικά προσιτή ενέργεια σηματοδοτούν μια πιθανή πορεία προς μια πιο καθαρή και ανθεκτική Ευρώπη, οι βασικές φιλοδοξίες της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας κινδυνεύουν να περιθωριοποιηθούν. Αυξάνονται επίσης οι ανησυχίες σχετικά με τον προτεινόμενο κανονισμό Omnibus, ο οποίος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρόσχημα για την απορρύθμιση της εταιρικής ευθύνης με πρόφαση την «απλούστευση». Οι πρόσφατες τάσεις δείχνουν ότι η απλούστευση χρησιμοποιείται πολύ συχνά για την αποδυνάμωση βασικών ασφαλιστικών δικλίδων, σε τομείς που εκτείνονται από τη νομοθεσία για τα χημικά προϊόντα έως τη γεωργία. Η εσπευσμένη μεταρρύθμιση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΚΓΠ) τον Μάρτιο του 2024, με την οποία καταργήθηκαν οι οικολογικές δικλίδες ασφαλείας, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η από καιρό αναμενόμενη αναθεώρηση του κανονισμού REACH, αρχικός σκοπός του οποίου ήταν να λειτουργήσει ως εργαλείο για την προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος, κινδυνεύει τώρα να παρουσιαστεί ψευδώς ως μέτρο «απλούστευσης» για τη χαλάρωση των κανόνων της βιομηχανίας.

Μόλις πριν από λίγους μήνες, η Πρόεδρος von der Leyen υποσχέθηκε να συνεχίσει την πορεία προς την επίτευξη όλων των στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας. Ωστόσο, το τρέχον πρόγραμμα εργασίας δείχνει κάτι άλλο, υποβαθμίζοντας ακριβώς τους στόχους στους οποίους επείγει περισσότερο η ανάληψη δράσης — ιδίως τη φιλοδοξία μηδενικής ρύπανσης.

Θεωρείτε ότι η απορρύθμιση, όπως προτείνεται, θα μπορούσε να έχει αρνητικό αντίκτυπο στη βιωσιμότητα και στην πρόοδο που έχει επιτευχθεί μέχρι στιγμής;

Η ΕΕ πρέπει να αντισταθεί στον πειρασμό της απορρύθμισης, καθώς το μόνο αποτέλεσμα θα είναι η υπονόμευση της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας για τις επιχειρήσεις, η αποδυνάμωση της μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας με γνώμονα τη βιωσιμότητα και η διάβρωση της ευημερίας και της εμπιστοσύνης των πολιτών.

Η ΕΕ πρέπει να διασφαλίσει ότι η μείωση της γραφειοκρατίας δεν θα έχει ως αποτέλεσμα τη χαλάρωση της προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας. Η έξυπνη εφαρμογή θα πρέπει να ενισχύει και όχι να υπονομεύει την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία. Η αποδυνάμωση βασικών πτυχών της περιβαλλοντικής και της κοινωνικής προστασίας με πρόφαση τη μείωση της γραφειοκρατίας δεν αποτελεί στρατηγική για την επίτευξη οικονομικής ισχύος. Πρόκειται για μια απερίσκεπτη οπισθοχώρηση η οποία θα υπονομεύσει ακριβώς τους κανόνες που έχουν σχεδιαστεί για τη θωράκιση της οικονομίας μας έναντι των μελλοντικών εξελίξεων. Όλα αυτά ενισχύουν τον ανησυχητικό κίνδυνο ανατροπής μιας δεκαετίας προόδου όσον αφορά τη βιωσιμότητα.

Ταυτόχρονα, η κοινωνία των πολιτών υφίσταται αυξανόμενη πίεση σε ολόκληρη την ΕΕ, με περιοριστικούς νόμους περί ξένων πρακτόρων, καταστολή των διαδηλώσεων και περικοπές χρηματοδότησης που απειλούν τα θεμελιώδη δικαιώματα. Η Ευρωπαϊκή Ασπίδα Δημοκρατίας και η επικείμενη στρατηγική της ΕΕ για την κοινωνία των πολιτών πρέπει να επιφέρουν απτά αποτελέσματα και να μην παραμείνουν συμβολικές δεσμεύσεις — πρέπει να παρέχουν νομική προστασία, βιώσιμη χρηματοδότηση και διαρθρωμένο διάλογο των πολιτών με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Το πρόγραμμα εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πρέπει να δώσει προτεραιότητα στη διασφάλιση της δημοκρατίας μέσω της ενίσχυσης της κοινωνίας των πολιτών. Χωρίς μια ανεξάρτητη και επαρκώς εξοπλισμένη κοινωνία των πολιτών, κινδυνεύει η ίδια η ευρωπαϊκή δημοκρατία.

Ο Danny Jacobs είναι γενικός διευθυντής της Bond Beter Leefmilieu – BBL (μιας ομοσπονδίας 135 περιβαλλοντικών ΜΚΟ στη βελγική Φλάνδρα) και εκπρόσωπος του Βελγίου στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος (το μεγαλύτερο δίκτυο περιβαλλοντικών οργανώσεων της Ευρώπης, το οποίο εκπροσωπεί περίπου 30 εκατομμύρια επιμέρους μέλη και υποστηρικτές).

Η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικαλιστικών Οργανώσεων (ETUC), η μεγαλύτερη συνδικαλιστική οργάνωση της Ευρώπης που εκπροσωπεί 45 εκατομμύρια εργαζομένους σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αρνήθηκε να επικροτήσει την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας, το σχέδιο στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την τόνωση της οικονομίας της ΕΕ. Για την ETUC, η παρούσα μορφή της Πυξίδας είναι απαράδεκτη. Μιλήσαμε με την Esther Lynch, γενική γραμματέα της ETUC, σχετικά με τις κυριότερες ενστάσεις των εργαζομένων όσον αφορά στην Πυξίδα και την τύχη του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων εν μέσω νέων αιτημάτων για δραστική απορρύθμιση και μεγαλύτερη εστίαση στην ανταγωνιστικότητα.

Η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικαλιστικών Οργανώσεων (ETUC), η μεγαλύτερη συνδικαλιστική οργάνωση της Ευρώπης που εκπροσωπεί 45 εκατομμύρια εργαζομένους σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αρνήθηκε να επικροτήσει την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας, το σχέδιο στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την τόνωση της οικονομίας της ΕΕ. Για την ETUC, η παρούσα μορφή της Πυξίδας είναι απαράδεκτη. Μιλήσαμε με την Esther Lynch, Γενική Γραμματέα της ETUC, σχετικά με τις κυριότερες ενστάσεις των εργαζομένων όσον αφορά στην Πυξίδα και την τύχη του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων εν μέσω νέων αιτημάτων για δραστική απορρύθμιση και μεγαλύτερη εστίαση στην ανταγωνιστικότητα.

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις της ΕΕ έχουν ήδη εκφράσει τη δυσαρέσκειά τους για το τελευταίο σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αποσκοπεί στην αναζωογόνηση της οικονομίας της ΕΕ.
Κατά την άποψή σας, πού έγκειται το βασικό μειονέκτημα της Πυξίδας Ανταγωνιστικότητας της Επιτροπής; Ποιες προτάσεις του σχεδίου θεωρείτε ότι είναι ιδιαίτερα προβληματικές;

Το μείζον πρόβλημα της Πυξίδας Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι ότι δίνει προτεραιότητα στην απορρύθμιση έναντι των επενδύσεων που απαιτούνται για τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, τη διαμόρφωση μιας ισχυρής ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής και τη διασφάλιση δημόσιων υπηρεσιών υψηλής ποιότητας. Ομοίως, παρότι στην Πυξίδα αναγνωρίζεται η σημασία των ποιοτικών θέσεων εργασίας για μια ανταγωνιστική οικονομία, αντί να προτείνεται η αναγκαία νομοθεσία για την ενίσχυση των δικαιωμάτων, τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και την προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αυτή η προτεραιότητα υπονομεύεται με την προώθηση της απορρύθμισης, η οποία μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και εργασιακή ανασφάλεια.

Μία από τις πλέον ανησυχητικές προτάσεις είναι η θέσπιση του 28ου εταιρικού καθεστώτος, το οποίο θα επιτρέπει στις εταιρείες να λειτουργούν εκτός του πλαισίου του εθνικού εργατικού δικαίου. Αυτό θα μπορούσε να υπονομεύσει σοβαρά την νομοθεσία που διέπει την απασχόληση σε ολόκληρη την Ευρώπη επιφέροντας ανταγωνισμό προς τα κάτω όσον αφορά τα δικαιώματα και την προστασία των εργαζομένων.

Στο ίδιο πνεύμα, η απαγόρευση του κανονιστικού υπερθεματισμού ―η ικανότητα των κυβερνήσεων να νομοθετούν πέραν των ελάχιστων προτύπων που ορίζονται στις οδηγίες της ΕΕ― είναι βαθιά προβληματική. Η ιδέα που κρύβεται πίσω από τις οδηγίες της ΕΕ ―οι οποίες διαφέρουν από τους κανονισμούς της ΕΕ― είναι ο καθορισμός ελάχιστων προτύπων για όλες τις χώρες. Η υπέρβαση των εν λόγω προτύπων πέραν του εφικτού όχι μόνο θα υπονόμευε αυτήν την ιδέα, αλλά και θα ήταν εξόχως επιζήμια για τους εργαζομένους και θα επέφερε την εξάλειψη της μετά κόπων επιτευχθείσας προόδου στους τομείς της υγειονομικής περίθαλψης, της εκπαίδευσης, της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία ή των δίκαιων μισθών, τους οποίους να αναφέρουμε απλώς ενδεικτικά.

Επιπλέον, το αίτημα που διατυπώνεται στην Πυξίδα για τη μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτικών συστημάτων με βάση την παράταση του εργασιακού βίου είναι προβληματικό διότι επιβαρύνει αδικαιολόγητα τους εργαζομένους χωρίς να αντιμετωπίζει την υπάρχουσα ανάγκη για βιώσιμα και δίκαια συνταξιοδοτικά συστήματα.

Επιπλέον, η Πυξίδα μεροληπτεί υπέρμετρα προς όφελος των επιχειρήσεων, με την παροχή πολυάριθμων υποσχέσεων σε επιχειρηματικούς ομίλους, αλλά χωρίς την ανάληψη συγκεκριμένων δεσμεύσεων όσον αφορά τη θέσπιση επωφελούς για τους εργαζομένους νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένης της έλλειψης μέτρων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δημόσιες επενδύσεις χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας και όχι απλώς και μόνο για την αύξηση των εταιρικών κερδών.

Συνοπτικά, η Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας δεν εξισορροπεί τις ανάγκες των επιχειρήσεων με τα δικαιώματα και την ευημερία των εργαζομένων, καθιστώντας έτσι απαράδεκτη την παρούσα μορφή της πρότασης.

Εκτιμάτε ότι η υλοποίηση του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων (ΕΠΚΔ) θα μπορούσε να τεθεί σήμερα υπό απειλή;

Στα χαρτιά, η Επιτροπή δεσμεύτηκε εκ νέου έναντι του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων στο πρόσφατα δημοσιευθέν πρόγραμμα εργασίας της για το 2025. Στην πράξη, όμως, το ίδιο πρόγραμμα εργασίας είναι το πρώτο που δεν περιλαμβάνει την ανάληψη καμίας νομοθετικής πρωτοβουλίας από το 2019 και μετά.

Αντ’ αυτού, η Επιτροπή πρότεινε οκτώ νομοθετικές πράξεις «απλούστευσης» για το επόμενο έτος. Κανείς δεν θέλει να επιβαρύνεται με υπέρμετρο διοικητικό φόρτο και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις προτείνουν ουσιαστικές λύσεις προς τον σκοπό αυτό, λόγου χάρη όσον αφορά τους κανόνες σύναψης δημοσίων συμβάσεων.

Ωστόσο, είναι προφανές ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη δεν θα επιλυθούν χάρη στην απλούστευση.

Η μεγαλύτερη απειλή για την υλοποίηση του πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων έγκειται στο κύμα μαζικών απολύσεων που ανακοινώνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη και αναμένεται να θέσουν σε κίνδυνο τους μισθούς και την εργασιακή ασφάλεια, αλλά και τις συντάξεις, την κοινωνική προστασία και πολλές άλλες αρχές που περιλαμβάνονται στον πυλώνα.

Είναι αναγκαίο, αφενός, να εξασφαλιστούν επενδύσεις για τη διαφύλαξη και τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, συμπεριλαμβανομένου ενός δεύτερου μέσου προσωρινής στήριξης για τον μετριασμό των κινδύνων ανεργίας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης (SURE 2.0) και ενός ισχυρού επενδυτικού μηχανισμού της ΕΕ και, αφετέρου, να θεσπιστούν οι νομοθετικές πρωτοβουλίες που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση ποιοτικών θέσεων εργασίας.

Εάν δεν επέλθει μείωση του κανονιστικού φόρτου, ποια θα ήταν η ενδεδειγμένη πορεία για να βελτιώσει η ΕΕ την επιρροή που ασκεί στο σημερινό παγκόσμιο οικονομικό πλαίσιο;

Οι συνθήκες που οδήγησαν σε αυτές τις απολύσεις ήταν απόρροια της έλλειψης επενδύσεων και αυτό ισχύει τόσο για τις ιδιωτικές όσο και για τις δημόσιες επενδύσεις.

Οι εταιρείες ανακατευθύνουν τις επενδύσεις τους και τις αποστρέφουν από τις αμοιβές των εργαζομένων και από την τόσο αναγκαία έρευνα και ανάπτυξη, για να τις κατευθύνουν προς την καταβολή μερισμάτων και την επαναγορά μετοχών που οδηγούν σε αδιέξοδο και υποσκάπτουν την πρόοδο των οικολογικών και τεχνολογικών εξελίξεων εδώ στην Ευρώπη.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, οι ΗΠΑ και η Κίνα προώθησαν εκτεταμένα κύματα δημοσίων επενδύσεων, ενώ η ΕΕ ήταν εν τω μεταξύ απασχολημένη με τη θέσπιση νέων κανόνων που ανάγκασαν τα κράτη μέλη της να προβούν σε περικοπές λιτότητας.

Η ΕΕ πρέπει να αλλάξει επειγόντως πορεία. Οι μαζικές δημόσιες επενδύσεις ―με κοινωνικές απαιτήσεις για τη διασφάλιση της συμβολής τους στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας― αποτελούν προαπαιτούμενο για την υλοποίηση του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων.

Η Esther Lynch είναι η γενική γραμματέας της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικαλιστικών Οργανώσεων (ETUC) Διαθέτει εκτεταμένη συνδικαλιστική εμπειρία σε ιρλανδικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και διετέλεσε αναπληρώτρια γενική γραμματέας και συνομοσπονδιακή γραμματέας της ETUC. Στο πλαίσιο των καθηκόντων της, ηγήθηκε διαφόρων προσπαθειών για την ενίσχυση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και των συνδικαλιστικών οργανώσεων, επηρεάζοντας καίριες οδηγίες για επαρκείς κατώτατους μισθούς, διαφανείς και προβλέψιμους όρους εργασίας και καταγγελία δυσλειτουργιών. Πρωτοστάτησε επίσης σε εκστρατείες υπέρ του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων και της εξασφάλισης δίκαιων μισθών. Το έργο της συνέβαλε στη θέσπιση 15 νομικά δεσμευτικών ορίων έκθεσης σε καρκινογόνους παράγοντες και στη σύναψη συμφωνιών των κοινωνικών εταίρων σχετικά με την ψηφιοποίηση και τις τοξικές για την αναπαραγωγή ουσίες. Ανέκαθεν φεμινίστρια, η Esther Lynch προκρίνει τον τερματισμό της υποτίμησης της εργασίας που επιτελείται κατ’ εξοχήν από γυναίκες.

Η ETUC εκπροσωπεί 45 εκατομμύρια μέλη προερχόμενα από 94 συνδικαλιστικές οργανώσεις 42 ευρωπαϊκών χωρών, καθώς και από 10 ευρωπαϊκές συνδικαλιστικές ομοσπονδίες.

Οι εκθέσεις του 2024 του Mario Draghi και του Enrico Letta προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση στην ΕΕ και στα κράτη μέλη της, και αναδείχθηκαν σε χάρτες πορείας που υποδεικνύουν την πορεία που θα πρέπει να ακολουθήσει η Ευρώπη προκειμένου να εξασφαλίσει ένα βιώσιμο μέλλον. Στη γνωμοδότησή της με θέμα «Αξιολόγηση των εκθέσεων Letta και Draghi σχετικά με τη λειτουργία και την ανταγωνιστικότητα της ενιαίας αγοράς της ΕΕ», η ΕΟΚΕ παρέχει την άποψη της κοινωνίας των πολιτών επί των εκθέσεων και διατυπώνει συστάσεις για την ανάληψη επείγουσας δράσης. Ζητήσαμε από τους τρεις εισηγητές της γνωμοδότησης —Matteo Carlo Borsani, Giuseppe Guerini και Stefano Palmieri— να επισημάνουν τις προτάσεις που περιλαμβάνονται στις εκθέσεις αυτές τις οποίες αυτοί θεωρούν ως ιδιαίτερα σημαντικές για τη μελλοντική ευημερία της ΕΕ.

Οι εκθέσεις του 2024 του Mario Draghi και του Enrico Letta προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση στην ΕΕ και στα κράτη μέλη της, και αναδείχθηκαν σε χάρτες πορείας που υποδεικνύουν την πορεία που θα πρέπει να ακολουθήσει η Ευρώπη προκειμένου να εξασφαλίσει ένα βιώσιμο μέλλον. Στη γνωμοδότησή της με θέμα «Αξιολόγηση των εκθέσεων Letta και Draghi σχετικά με τη λειτουργία και την ανταγωνιστικότητα της ενιαίας αγοράς της ΕΕ», η ΕΟΚΕ παρέχει την άποψη της κοινωνίας των πολιτών επί των εκθέσεων και διατυπώνει συστάσεις για την ανάληψη επείγουσας δράσης. Ζητήσαμε από τους τρεις εισηγητές της γνωμοδότησης —Matteo Carlo Borsani, Giuseppe Guerini και Stefano Palmieri— να επισημάνουν τις προτάσεις που περιλαμβάνονται στις εκθέσεις αυτές τις οποίες αυτοί θεωρούν ως ιδιαίτερα σημαντικές για τη μελλοντική ευημερία της ΕΕ.

Η ανταγωνιστικότητα φαίνεται να βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων σήμερα, ενώ η μείωση του ρυθμιστικού παρεμβατισμού χαρακτηρίζεται ως η μαγική συνταγή για να τεθεί η Ευρώπη στον χάρτη των παραγόντων της παγκόσμιας οικονομίας. Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί τρόποι για τη μέτρηση της ανταγωνιστικότητας και δεν υπάρχει μια καθολικά αποδεκτή απάντηση στο ερώτημα τι σημαίνει υπερβολική ρύθμιση. Εάν δεν αντιμετωπιστούν με προσοχή, οι συζητήσεις σχετικά με την ανταγωνιστικότητα και τη μείωση του ρυθμιστικού παρεμβατισμού κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε υπεραπλουστευμένα επιχειρήματα υπό την οπτική του «άσπρου/μαύρου», που ενδέχεται να απειλήσουν την ορθή χάραξη οικονομικής πολιτικής, γράφει ο προσκεκλημένος μας-έκπληξη Karel Lannoo, διευθύνων σύμβουλος του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPS).

Η ανταγωνιστικότητα φαίνεται να βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων σήμερα, ενώ η μείωση του ρυθμιστικού παρεμβατισμού χαρακτηρίζεται ως η μαγική συνταγή για να τεθεί η Ευρώπη στον χάρτη των παραγόντων της παγκόσμιας οικονομίας. Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί τρόποι για τη μέτρηση της ανταγωνιστικότητας και δεν υπάρχει μια καθολικά αποδεκτή απάντηση στο ερώτημα τι σημαίνει υπερβολική ρύθμιση. Εάν δεν αντιμετωπιστούν με προσοχή, οι συζητήσεις σχετικά με την ανταγωνιστικότητα και τη μείωση του ρυθμιστικού παρεμβατισμού κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε υπεραπλουστευμένα επιχειρήματα υπό την οπτική του «άσπρου/μαύρου», που ενδέχεται να απειλήσουν την ορθή χάραξη οικονομικής πολιτικής, γράφει ο προσκεκλημένος μας-έκπληξη Karel Lannoo, διευθύνων σύμβουλος του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPS).

Ο Karel Lannoo είναι διευθύνων σύμβουλος του CEPS, μιας από τις κορυφαίες ανεξάρτητες ομάδες προβληματισμού της Ευρώπης. Στις πρόσφατες δημοσιεύσεις του, οι οποίες επικεντρώνονται στη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, την ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση και σε θέματα ενιαίας αγοράς, περιλαμβάνονται η «Κατανόηση της Ευρώπης» (στα ολλανδικά), μια έκθεση της ειδικής ομάδας σχετικά με την πολιτική του χρηματοπιστωτικού τομέα για την Επιτροπή von der Leyen II, καθώς και διάφορες συνεισφορές σε ακαδημαϊκούς τόμους και περιοδικά. Ο Karel είναι συχνός ομιλητής σε ακροάσεις ενωσιακών, εθνικών και διεθνών οργανισμών, καθώς και σε διεθνείς διασκέψεις και εκτελεστικά προγράμματα. Διευθύνει σπουδές για εθνικές κυβερνήσεις, πολυμερείς οργανισμούς και οντότητες του ιδιωτικού τομέα. Κείμενά του εμφανίζονται τακτικά στα μέσα ενημέρωσης. Επιπλέον, ο Karel υπηρετεί σε διοικητικά συμβούλια εταιρειών και ιδρυμάτων και ως μέλος γνωμοδοτικών συμβουλίων, συμπεριλαμβανομένης της Επιτροπής Κεφαλαιαγορών του AFM, της Εποπτικής Αρχής Κεφαλαιαγορών των Κάτω Χωρών.

Του Karel Lannoo

Σήμερα είναι πλέον σύνηθες να χαρακτηρίζεται η Ευρώπη μη ανταγωνιστική και να ζητείται μια μαζική εκστρατεία απορρύθμισης σε επίπεδο ΕΕ. Ωστόσο,το κατά πόσον η οικονομική κατάσταση είναι προβληματική εξαρτάται από τον ορισμό της ανταγωνιστικότητας, από τον χρησιμοποιούμενο παρονομαστή και τον δείκτη αναφοράς, καθώς και από τις περιστάσεις.

Του Karel Lannoo

Σήμερα είναι πλέον σύνηθες να χαρακτηρίζεται η Ευρώπη μη ανταγωνιστική και να ζητείται μια μαζική εκστρατεία απορρύθμισης σε επίπεδο ΕΕ. Ωστόσο,το κατά πόσον η οικονομική κατάσταση είναι προβληματική εξαρτάται από τον ορισμό της ανταγωνιστικότητας, από τον χρησιμοποιούμενο παρονομαστή και τον δείκτη αναφοράς, καθώς και από τις περιστάσεις.

Επιπλέον, η ανταγωνιστικότητα εξομοιώνεται συχνά με την απορρύθμιση, εξομοίωση η οποία είναι εξίσου εσφαλμένη με την υπόθεση ότι η επιδίωξη μαζικής απλούστευσης αποτελεί τη λύση. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να καθοριστούν σωστά οι παράμετροι για την τιθάσευση του αφηγήματος, προκειμένου να μην εκφύγει του ελέγχου και καταλήξει στο στρατόπεδο του ευρωσκεπτικισμού.

Η ανταγωνιστικότητα έκανε την επάνοδό της ως στόχος πολιτικής, παρότι δεν είχε ποτέ πραγματικά εξαφανιστεί από το προσκήνιο: είναι σημαντικό να θυμόμαστε ορισμένα ιστορικά γεγονότα. Με τη στρατηγική της Λισαβόνας, η οποία εγκρίθηκε επίσημα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας τον Μάρτιο του 2000, η ΕΕ θέλησε να καταστεί η πλέον ανταγωνιστική και δυναμική οικονομία με βάση τη γνώση στον κόσμο, με δυνατότητα αειφόρου οικονομικής ανάπτυξης, με περισσότερες και καλύτερες θέσεις απασχόλησης και με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή. Ήδη την εποχή του Jacques Delors, η ανταγωνιστικότητα ήταν θέμα που απασχολούσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αρκεί να διαβάσει κανείς το διάσημο άρθρο του Paul Krugman, του 1994, στο οποίο την χαρακτήριζε ως «επικίνδυνη εμμονή». Εκείνη την περίοδο ο Jacques Delors είχε εκφράσει την ανησυχία του για την αυξανόμενη ανεργία στην Ευρώπη, σε ένα κλίμα ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, και είχε προτείνει ως λύση ένα πρόγραμμα επενδύσεων σε υποδομές και τεχνολογίες αιχμής, μια πρόταση την οποία έχουμε ξανακούσει.

Η νομοθετική απλούστευση είναι επίσης θέμα που βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στην πολιτική ατζέντα. Η λεγόμενη πρωτοβουλία SLIM (απλούστευση της νομοθεσίας στον τομέα της εσωτερικής αγοράς) είχε δρομολογηθεί ήδη από το 1996, όταν η ΕΕ αριθμούσε 15 κράτη μέλη. Ο επίτροπος Charles McCreevy (2004-2009) είχε ταχθεί υπέρ των ρυθμιστικών «παύσεων» κατά την περίοδο 2005-2006, μέχρι που ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση. Ο αντιπρόεδρος Frans Timmermans επιφορτίστηκε με την εκπόνηση προγράμματος για τη βελτίωση της νομοθεσίας από την Επιτροπή Juncker. Παρότι όλα αυτά τα σχέδια υπήρξαν αξιέπαινα, θα ήταν προτιμότερο να αντιμετωπιστούν τα βαθύτερα αίτια της κανονιστικής πολυπλοκότητας, δηλαδή η διαδικασία λήψης αποφάσεων και η ανεπαρκής επιβολή της νομοθεσίας, αντί απλώς και μόνο τα συμπτώματα. Ωστόσο με 27 κράτη μέλη, αυτό είναι πιο εύκολο στα λόγια απ’ ό,τι στην πράξη.

Η ανταγωνιστικότητα, τουλάχιστον όπως ορίζεται στην έκθεση Draghi, αφορά περισσότερο την παραγωγικότητα και την αύξηση του ΑΕΠ, και τα αποτελέσματα που θα προκύψουν μπορεί να διαφέρουν ευρύτατα ανάλογα με τον χρησιμοποιούμενο παρονομαστή. Υπάρχουν όμως και άλλοι τρόποι μέτρησης της ανταγωνιστικότητας. Θα μπορούσε κανείς να εξετάσει συγκριτικά την εσωτερική και την εξωτερική ανταγωνιστικότητα. Σε εσωτερικό επίπεδο, η ΕΕ φαίνεται αδύναμη με φθίνουσα παραγωγικότητα σε σύγκριση με τις ΗΠΑ. Σε εξωτερικό επίπεδο, ωστόσο, το εμπορικό ισοζύγιο και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της ΕΕ παρουσιάζουν πλεόνασμα, ενώ οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τεράστια ελλείμματα των αντίστοιχων ισοζυγίων τους, κάτι το οποίο, εντούτοις, δεν φαίνεται να αποτελεί πρόβλημα (παρά μόνο για τον πρόεδρο Trump).

Η ΕΕ βρίσκεται επίσης σε πολύ καλύτερη δημοσιονομική θέση από τις ΗΠΑ ή ακόμη και από την Ιαπωνία, αν και δεν διαθέτουμε αξιόπιστα στοιχεία για ακριβέστερη σύγκριση με την Κίνα. Το δημοσιονομικό έλλειμμα της ΕΕ ήταν περίπου 3,5 % του ΑΕΠ το 2024, ενώ στις ΗΠΑ σχεδόν το διπλάσιο (6,4 %). ΟΙ ΗΠΑ μπορούν να χρηματοδοτήσουν αυτό το έλλειμμα στις διεθνείς αγορές χάρη στη θέση που κατέχει το δολάριο παγκοσμίως, μολονότι τα μεσοπρόθεσμα επιτόκια σε ΕΕ και ΗΠΑ αποκλίνουν, γεγονός που αντικατοπτρίζει τις ανησυχίες των αγορών σχετικά με την οικονομία των ΗΠΑ. Σήμερα, το εξαμηνιαίο επιτόκιο δανεισμού της αγοράς για το δολάριο ανέρχεται σε 4,8 %, ενώ στη ζώνη του ευρώ είναι 2,5 % (πηγή: Euribor).

Επιπλέον, οι τιμές της ενέργειας στην ΕΕ ήταν πολύ υψηλότερες από ό,τι στις ΗΠΑ από τα μέσα του 2021, όταν ο πρόεδρος Putin άρχισε να χειραγωγεί τις τιμές, με επακόλουθα προβλήματα ανταγωνιστικότητας για τη μεταποιητική βιομηχανία, και ιδίως για τη Γερμανία. Σήμερα, το κόστος της ενέργειας στην ΕΕ είναι τουλάχιστον κατά 50 % υψηλότερο από ό,τι στις ΗΠΑ.

Η ενεργειακή πολιτική αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συζήτηση σχετικά με τις κανονιστικές ρυθμίσεις: το πρόβλημα έγκειται όντως στην υπερβολική ρύθμιση; Αντιθέτως, η ΕΕ διαθέτει μία ενιαία αγορά ενέργειας για τη διανομή και όχι για την παραγωγή, η οποία παραμένει υπό τον έλεγχο των κρατών μελών. Αυτό δημιουργεί προβλήματα σε χώρες με πλεονάζουσα παραγωγή, καθότι αυξάνει τις τιμές λόγω ενεργειακών ελλείψεων σε άλλες χώρες, όπως συμβαίνει μεταξύ Σουηδίας και Γερμανίας.

Επιπροσθέτως, στον ψηφιακό τομέα, θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον η έλλειψη νομοθεσίας θα ήταν προτιμότερη. Θέλουμε ελευθερία λόγου κατά το πρότυπο των ΗΠΑ, χωρίς κανέναν έλεγχο του περιεχομένου; Θέλουμε μια ολιγοπωλιακή αγορά, όπως υφίσταται σήμερα;

Με αυτόν τον σύντομο προβληματισμό, επισημαίνεται ότι κάθε συζήτηση σχετικά με την ανταγωνιστικότητα και την απορρύθμιση πρέπει να προσεγγίζεται με τη μέγιστη δυνατή προσοχή προκειμένου να μην εκφυλιστεί σε δογματική συζήτηση, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την ορθή χάραξη της οικονομικής πολιτικής.

του Stefano Palmieri
Ομάδα των Εργαζομένων της ΕΟΚΕ

Οι εκθέσεις Letta και Draghi, αν και εμφανίζουν σημαντικές διαφορές στις αναλύσεις τους και στις στρατηγικές που προτείνουν, αλληλεπικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό.

του Stefano Palmieri
Ομάδα των Εργαζομένων της ΕΟΚΕ

Οι εκθέσεις Letta και Draghi, αν και εμφανίζουν σημαντικές διαφορές στις αναλύσεις τους και στις στρατηγικές που προτείνουν, αλληλεπικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πολιτική συνοχής. Στην έκθεση Letta η πολιτική αυτή διαδραματίζει κεντρικό ρόλο καθότι διασφαλίζει την ίση κατανομή των οφελών της ενιαίας αγοράς σε όλους τους πολίτες και τις περιφέρειες της Ένωσης. Στην ίδια έκθεση υπογραμμίζεται επίσης η σχέση μεταξύ της πολιτικής συνοχής και των υπηρεσιών κοινής ωφελείας, οι οποίες είναι απολύτως απαραίτητες για να μπορούν οι Ευρωπαίοι να ζουν και να εργάζονται στον τόπο της επιλογής τους. Αντίθετα, η έκθεση Draghi φαίνεται να υποβαθμίζει τη σημασία της πολιτικής συνοχής και την κοινωνική και τοπική διάσταση της ανταγωνιστικότητας. Στην έκθεση Draghi η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα εξετάζεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι περιφερειακές ανισότητες ενώ υπονοείται ότι για να επιλυθούν τα περιφερειακά προβλήματα, αρκεί απλά και μόνο να δοθεί ώθηση στη συνολική ανταγωνιστικότητα της ΕΕ. Παραβλέπεται έτσι το γεγονός ότι, για πολλές περιφέρειες, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα και το περιφερειακό μειονέκτημά τους αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Και στις δύο εκθέσεις αναγνωρίζεται ότι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης δεν αποτελεί πλέον επιλογή για την Ένωση. Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα και της πολυπλοκότητας των σημερινών κρίσεων, είναι απαραίτητο να αλλάξει σημαντικά η ευρωπαϊκή διαδικασία χάραξης πολιτικής, ακόμα και αν χρειαστεί να τροποποιηθούν οι Συνθήκες. Μπορεί όμως να μιλά κανείς για διεύρυνση παραβλέποντας την ανάγκη εμβάθυνσης της πολιτικής ολοκλήρωσης; Η εξέλιξη αυτή πρέπει επίσης να επιφέρει αλλαγή κλίμακας. Το τρέχον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ) είναι ανεπαρκές καθότι αντιστοιχεί σε λίγο περισσότερο από το 1 % του ΑΕΕ της ΕΕ και παρεμποδίζεται από την παρωχημένη λογική της «δίκαιης ανταπόδοσης» («juste retour»). Είναι αναγκαίο να υπάρξει μια νέα προσέγγιση, κατά το πρότυπο του Μέσου Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι έκτακτες προκλήσεις πρέπει να αντιμετωπιστούν με τολμηρές λύσεις, συμπεριλαμβανομένης της παροχής «κοινών εχεγγύων», όπως η έκδοση κοινών ομολόγων που εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Με το προσεχές ΠΔΠ 2028-2034 θα διερευνηθούν οι πραγματικές προθέσεις της ΕΕ, κατά τον καθορισμό των προτεραιοτήτων για την επόμενη επταετία. Υπό αυτές τις συνθήκες, αναμένεται εύλογα να διενεργηθεί ανοικτή συζήτηση σχετικά τόσο με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΕ, δεδομένων των αλλεπάλληλων συνεχιζόμενων κρίσεων, όσο και με τους βασικούς στόχους της ΕΕ και τα κοινά ευρωπαϊκά αγαθά που φιλοδοξεί να προσφέρει στους πολίτες της.

Όσον αφορά το ενδεχόμενο κανονιστικής μεταρρύθμισης, όπως συνιστάται και στις δύο εκθέσεις, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ΕΕ αποτελεί την πιο προηγμένη «κοινωνική οικονομία της αγοράς» στον κόσμο. Τα υψηλά οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά της πρότυπα αποτελούν σημαντικούς παράγοντες επιτυχίας του εν λόγω μοντέλου, και όχι εμπόδια. Για τον λόγο αυτό, η σύγκριση των κανονισμών της ΕΕ με τους κανονισμούς των ΗΠΑ ή της Κίνας είναι θεμελιωδώς εσφαλμένη. Κάθε προσπάθεια απλούστευσης των κανόνων της ΕΕ πρέπει να συνεχίσει να στοχεύει στην προστασία των συνθηκών εργασίας, της ασφάλειας των εργαζομένων, των δικαιωμάτων των καταναλωτών, της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής και της βιώσιμης ανάπτυξης.

Η Ευρώπη μπορεί να άργησε, αλλά κατάλαβε ότι δεν αρκεί πλέον να είναι μια μεγάλη αγορά. Για να προχωρήσει μπροστά, πρέπει να καταβάλει προσπάθειες ώστε να ενισχύσει την ενότητά της, μεταξύ άλλων μέσω της εμβάθυνσης της πολιτικής ολοκλήρωσης, και να διαμορφώσει πραγματικά ενοποιημένες πολιτικές στους τομείς της οικονομίας, της βιομηχανίας, του εμπορίου, των εξωτερικών υποθέσεων και της άμυνας. Οι προσεχείς μήνες θα έχουν καθοριστική σημασία για τη διάπλαση του μέλλοντος της Ευρώπης.

Του Giuseppe Guerini,
μέλους της Ομάδας των Οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών της ΕΟΚΕ

Πέρυσι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ανέθεσαν στον Mario Draghi και στον Enrico Letta την εκπόνηση εκθέσεων με θέμα την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ και τη βελτίωση της ενιαίας αγοράς, αντιστοίχως. Στις εκθέσεις αυτές καθορίζεται ένα φιλόδοξο πολιτικό θεματολόγιο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο χρησιμεύει τόσο ως χάρτης πορείας όσο και ως σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση της προσήλωσης των θεσμικών οργάνων και των υπευθύνων χάραξης πολιτικής στη διαμόρφωση του μέλλοντος της ΕΕ και της ικανότητάς τους να το υλοποιήσουν.

Του Giuseppe Guerini,
μέλους της Ομάδας των Οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών της ΕΟΚΕ

Πέρυσι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ανέθεσαν στον Mario Draghi και στον Enrico Letta την εκπόνηση εκθέσεων με θέμα την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ και τη βελτίωση της ενιαίας αγοράς, αντιστοίχως. Στις εκθέσεις αυτές καθορίζεται ένα φιλόδοξο πολιτικό θεματολόγιο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο χρησιμεύει τόσο ως χάρτης πορείας όσο και ως σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση της προσήλωσης των θεσμικών οργάνων και των υπευθύνων χάραξης πολιτικής στη διαμόρφωση του μέλλοντος της ΕΕ και της ικανότητάς τους να το υλοποιήσουν.

Οι εν λόγω εκθέσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να εκτιμηθεί ο βαθμός της αποτελεσματικότητας με την οποία τα θεσμικά όργανα και οι ηγέτες ανταποκρίνονται στις πολυσχιδείς προκλήσεις του σήμερα.

Η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ σχετικά με τις προαναφερθείσες εκθέσεις αποτελεί πολύτιμο εργαλείο για την αξιολόγηση των αρχικών σταδίων αυτού του νέου πολιτικού κύκλου. Το πρώτο από τα στάδια αυτά συνίσταται στην Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας που δρομολογήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 29 Ιανουαρίου. Σε αυτήν περιλαμβάνονται διάφορες προτάσεις υψηλής προτεραιότητας, οι οποίες επίσης υποδεικνύονται στη γνωμοδότησή μας, όπως η γεφύρωση του χάσματος ανταγωνιστικότητας, η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, η απλούστευση των κανονισμών χωρίς απορρύθμιση και η αναγνώριση της εξάρτησης της ανταγωνιστικότητας από τους ανθρώπους και τις δεξιότητες.

Ωστόσο, πέραν του χάσματος ανταγωνιστικότητας, υπάρχει επίσης έλλειψη συγκεκριμένων δράσεων. Μέχρι στιγμής, η Επιτροπή παρουσίασε στρατηγικά έγγραφα, ανακοινώσεις και αναλήψεις υποχρεώσεων, αλλά από τα απτά μέτρα, μας χωρίζουν ακόμη αρκετοί μήνες. Όπως επισημαίνεται στη γνωμοδότησή μας, η καθυστέρηση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη να ξεκινήσουν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη επίσης συζήτηση σχετικά με τους θεμελιώδεις κανόνες της ΕΕ και την καταλληλότητα των ισχυουσών Συνθηκών για την αντιμετώπιση των σημερινών προκλήσεων που απαιτούν ταχεία δράση.

Η ανάληψη ταχείας δράσης δεν σημαίνει συμβιβασμούς στην ποιότητα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το απέδειξε αυτό το 2020 με την ταχεία εφαρμογή της πρωτοβουλίας «Next Generation EU». Την ίδια ευελιξία θα πρέπει να επιδείξει και τώρα.

Η επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων απαιτεί μια πολυσχιδή προσέγγιση. Η ταχεία ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς είναι ζωτικής σημασίας, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από ισχυρή δέσμευση για περιβαλλοντική βιωσιμότητα, οικονομική ευημερία και κοινωνική και εδαφική συνοχή, οι οποίες αποτελούν βασικές κινητήριες δυνάμεις της ανταγωνιστικότητας.

Το όραμα αυτό απαιτεί επίσης μια συνεκτική βιομηχανική πολιτική που θα υπερβαίνει τις κατακερματισμένες εθνικές προσεγγίσεις, υποστηριζόμενη από στρατηγικά φορολογικά και τελωνειακά κίνητρα. Ταυτόχρονα, η μείωση του γραφειοκρατικού φόρτου και του κόστους συμμόρφωσης μέσω εξυπνότερης νομοθεσίας και εξορθολογισμένων διοικητικών διαδικασιών είναι θεμελιώδους σημασίας για την προώθηση ενός πιο δυναμικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Στον τομέα της ενέργειας, η άμβλυνση των αποκλίσεων ως προς τις τιμές μεταξύ των κρατών μελών και άλλων παγκόσμιων οικονομιών έχει ζωτική σημασία. Αυτό θα απαιτήσει αυξημένες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για τη διασφάλιση μιας πιο ανταγωνιστικής και βιώσιμης αγοράς ενέργειας.

Για την υποστήριξη των φιλοδοξιών αυτών, η ΕΕ πρέπει επίσης να διαμορφώσει μια κοινή πολιτική για τα ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά, με σαφή καθορισμό των στρατηγικών προτεραιοτήτων της και παράλληλη ενίσχυση του ρόλου της στην παγκόσμια σκηνή.

Η ΕΟΚΕ θα συνεχίσει να παρακολουθεί την εφαρμογή των σχετικών πολιτικών, διασφαλίζοντας ότι η φωνή της ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών εισακούγεται και λαμβάνεται υπόψη.

του Matteo Carlo Borsani
Ομάδα των Εργοδοτών της ΕΟΚΕ

Η πρώτη και κύρια σύσταση που διατυπώνει η ΕΟΚΕ στη γνωμοδότησή της είναι να αναληφθεί επειγόντως δράση για την εφαρμογή των συστάσεων των εκθέσεων Letta και Draghi. Κατά την άποψή μου, αυτό θα πρέπει να γίνει με ολοκληρωμένο τρόπο: οι δύο εκθέσεις δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν α λα καρτ. Πρέπει να εφαρμοστούν συνολικά και ενιαία, χωρίς να περιοριστούν οι προτάσεις και η προσοχή μόνο σε ό,τι ακολουθεί την πεπατημένη και χωρίς να αποφευχθούν τα πλέον κρίσιμα και διχαστικά ζητήματα, όπως οι επενδύσεις. 

του Matteo Carlo Borsani
Ομάδα των Εργοδοτών της ΕΟΚΕ

Η πρώτη και κύρια σύσταση που διατυπώνει η ΕΟΚΕ στη γνωμοδότησή της είναι να αναληφθεί επειγόντως δράση για την εφαρμογή των συστάσεων των εκθέσεων Letta και Draghi. Κατά την άποψή μου, αυτό θα πρέπει να γίνει με ολοκληρωμένο τρόπο: οι δύο εκθέσεις δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν α λα καρτ. Πρέπει να εφαρμοστούν συνολικά και ενιαία, χωρίς να περιοριστούν οι προτάσεις και η προσοχή μόνο σε ό,τι ακολουθεί την πεπατημένη και χωρίς να αποφευχθούν τα πλέον κρίσιμα και διχαστικά ζητήματα, όπως οι επενδύσεις. 

Ξεκινώντας από την έκθεση Draghi και δεδομένης της προφανούς σημασίας της εστίασής της στην ανταγωνιστικότητα της ΕΕ στο σύνολό της, θεωρώ καίριας σημασίας τις συστάσεις του για τη βιομηχανική πολιτική της ΕΕ και, ειδικότερα, την επιμονή του στην ανάγκη υιοθέτησης μιας βιομηχανικής πολιτικής ικανής να ξεπεράσει την τρέχουσα κατακερματισμένη προσέγγιση. Σήμερα έχουμε 27 εθνικές βιομηχανικές πολιτικές, οι οποίες δεν είναι πάντα συντονισμένες. Στο πλαίσιο αυτό, μόνο μια δομημένη ευρωπαϊκή προσπάθεια θα μας επιτρέψει να εξασφαλίσουμε τη σωστή ισορροπία μεταξύ φορολογικών, κανονιστικών και εμπορικών/τελωνειακών μέτρων, αφενός, και οικονομικών κινήτρων, αφετέρου, ισορροπία που χαρακτηρίζει τις πλέον πρόσφατες βιομηχανικές πολιτικές των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, και θα έχει τεράστια οφέλη για την ενιαία αγορά.

Ωστόσο, αυτό θα πρέπει να συμβαδίζει με τη δραστική μείωση του γραφειοκρατικού φόρτου για τις επιχειρήσεις, ως προς την οποία εκτιμώ ιδιαίτερα την έκκληση του κ. Letta για «μια ενιαία αγορά που θα πηγαίνει και γρήγορα και μακριά». Μεταξύ των βασικών συστάσεών του, ο κ. Letta τάσσεται υπέρ του εξορθολογισμού του γραφειοκρατικού φόρτου, της απλούστευσης των διοικητικών διαδικασιών και άλλων δράσεων για τη «μείωση της γραφειοκρατίας», ιδίως για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ). Στο πλαίσιο αυτό, στη γνωμοδότησή της, η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόταση της Επιτροπής για μείωση του φόρτου υποβολής εκθέσεων κατά 25 % για όλες τις επιχειρήσεις και για αύξηση του στόχου αυτού στο 50 % τουλάχιστον για τις ΜμΕ. Επιπροσθέτως, με την ανάπτυξη και την επεξεργασία της σύστασης του κ. Letta να εξεταστεί το ενδεχόμενο ενός μηχανισμού που θα βοηθά τους συννομοθέτες με μια δυναμική εκτίμηση αντικτύπου, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ένθερμα την ιδέα για έναν έλεγχο ανταγωνιστικότητας που θα διενεργείται κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας.

Η τεχνητή νοημοσύνη μεταμορφώνει τον κόσμο της εργασίας με πρωτοφανή ρυθμό, παρουσιάζοντας τόσο ευκαιρίες όσο και προκλήσεις για τους εργαζομένους, τις επιχειρήσεις και τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής. Στις 3 Φεβρουαρίου, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) και η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ) διοργάνωσαν κοινή διάσκεψη υψηλού επιπέδου με τίτλο «Κοινωνική δικαιοσύνη στην ψηφιακή εποχή: οι επιδράσεις της τεχνητής νοημοσύνης στην εργασία και την κοινωνία»

Η τεχνητή νοημοσύνη μεταμορφώνει τον κόσμο της εργασίας με πρωτοφανή ρυθμό, παρουσιάζοντας τόσο ευκαιρίες όσο και προκλήσεις για τους εργαζομένους, τις επιχειρήσεις και τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής. Στις 3 Φεβρουαρίου, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) και η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ) διοργάνωσαν κοινή διάσκεψη υψηλού επιπέδου με τίτλο «Κοινωνική δικαιοσύνη στην ψηφιακή εποχή: οι επιδράσεις της τεχνητής νοημοσύνης στην εργασία και την κοινωνία»

Κατά τη διάσκεψη υψηλού επιπέδου, εξέχοντες αξιωματούχοι —μεταξύ των οποίων και αρκετές υπουργοί Εργασίας των κρατών μελών της ΕΕ— συζήτησαν στρατηγικές για την αξιοποίηση του δυναμικού της τεχνητής νοημοσύνης, με παράλληλη αντιμετώπιση των κινδύνων τους οποίους αυτή ενέχει όσον αφορά τα δικαιώματα των εργαζομένων και τις αγορές εργασίας. Η εκδήλωση αυτή αποτέλεσε σημαντική συμβολή στον Παγκόσμιο Συνασπισμό για την Κοινωνική Δικαιοσύνη και τόνισε την ανάγκη για συντονισμένη προσέγγιση της διακυβέρνησης της τεχνητής νοημοσύνης τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η κοινή διάσκεψη υψηλού επιπέδου διοργανώθηκε από το τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη» (SOC) της ΕΟΚΕ σε συνεργασία με τη ΔΟΕ.

Έκκληση για δεοντολογική ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης χωρίς αποκλεισμούς

Τη διάσκεψη άνοιξε ο Πρόεδρος της ΕΟΚΕ, Oliver Röpke, ο οποίος υπογράμμισε την επείγουσα ανάγκη για μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση της τεχνητής νοημοσύνης, δηλώνοντας: «Η τεχνητή νοημοσύνη αναδιαμορφώνει ήδη τις κοινωνίες και τις αγορές εργασίας μας, παρουσιάζοντας τόσο ευκαιρίες όσο και προκλήσεις. Η ΕΟΚΕ και οι οργανώσεις-εταίροι της έχουν δεσμευτεί να διασφαλίσουν ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα λειτουργήσει υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης, ενισχύοντας τα δικαιώματα των εργαζομένων, προωθώντας την ένταξη και αποτρέποντας νέες ανισότητες. Ένα δίκαιο και ανθρωποκεντρικό μέλλον στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης απαιτεί συλλογική δράση —από τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής έως τους κοινωνικούς εταίρους και την κοινωνία των πολιτών— προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η τεχνολογία θα λειτουργήσει υπέρ των ανθρώπων και όχι εναντίον τους».

Ο Γενικός Διευθυντής της ΔΟΕ, Gilbert F. Houngbo, τόνισε τη σημασία των προορατικών πολιτικών για τον μετριασμό των ανατρεπτικών επιπτώσεων της τεχνητής νοημοσύνης στις θέσεις και στους χώρους εργασίας: «Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι θα διαμορφώσουμε την τεχνητή νοημοσύνη με τρόπους που προάγουν την κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτό σημαίνει διάφορες δράσεις: στήριξη των εργαζομένων, μεταξύ άλλων με δεξιότητες και κοινωνική προστασία, διευκόλυνση της πρόσβασης των επιχειρήσεων όλων των μεγεθών και σε κάθε μέρος του κόσμου στην τεχνολογία της τεχνητής νοημοσύνης για την αξιοποίηση των οφελών στην παραγωγικότητα, καθώς και διασφάλιση ότι η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στους χώρους εργασίας θα προστατεύσει τα δικαιώματα των εργαζομένων και θα προωθήσει τον κοινωνικό διάλογο στην ψηφιακή μετάβαση».

Στο πλαίσιο δύο ομάδων συζήτησης, διάφοροι ομιλητές υψηλού επιπέδου μοιράστηκαν τις απόψεις τους σχετικά με τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που αντιλαμβάνονται όσον αφορά την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης για την προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας και των αγορών εργασίας χωρίς αποκλεισμούς, καθώς και για τη συμβολή στην ισότητα των φύλων κατά τα επόμενα έτη. Στη συζήτηση συμμετείχαν οι υπουργοί Εργασίας της ΕΕ Agnieszka Dziemianowicz-Bąk (Πολωνία), Yolanda Díaz (Ισπανία), Νίκη Κεραμέως (Ελλάδα) και Maria do Rosário Palma Ramalho (Πορτογαλία), καθώς και η εκπρόσωπος της γαλλικής κυβέρνησης στη ΔΟΕ και στην G7-G20, Anousheh Karvar (μεταξύ άλλων).

Στις συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν τονίστηκε το γεγονός ότι, παρόλο που η διάδοση της χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης παρουσιάζει κινδύνους, δεν υπάρχει λόγος να αρνούμαστε την ύπαρξη αυτής της νέας τεχνολογίας. Είναι ωστόσο σημαντικό να δοθεί έμφαση στον κοινωνικό διάλογο και να συμπεριληφθούν οι εργαζόμενοι στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, με ιδιαίτερη προσοχή στις προσπάθειες επανειδίκευσης και αναβάθμισης των δεξιοτήτων. Η κατάλληλη, ελεγχόμενη διάδοση της χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης και η ρύθμισή της θα συμβάλουν στην αποφυγή σοβαρών κλυδωνισμών και θα επιτρέψει στην τεχνολογία αυτή να μειώσει τα επαναλαμβανόμενα καθήκοντα χωρίς να οδηγήσει κατ’ ανάγκη σε απολύσεις μεγάλης κλίμακας.(lm)