Οι κοινωνίες μας διαβρώνονται από την αόρατη νόσο της πανταχού παρούσας επισφάλειας, δεδομένου ότι οι άνθρωποι αισθάνονται βαθιά αποδυναμωμένοι και έρμαιο στα χέρια δυνάμεων που εκφεύγουν του ελέγχου τους, αναφέρει η καθηγήτρια πανεπιστημίου και βραβευμένη συγγραφέας Albena Azmanova, η οποία εκφώνησε μια βαρυσήμαντη κεντρική ομιλία κατά τη διάρκεια της Εβδομάδας της Κοινωνίας των Πολιτών της ΕΟΚΕ. Στην συνέντευξη αυτή στο ΕΟΚΕ Info, αναλύει τις κύριες αιτίες αυτής της επιδημίας, συμπεριλαμβανομένης της τάσης να δίνεται προτεραιότητα στην ισότητα έναντι της οικονομικής σταθερότητας.

Στην κεντρική σας ομιλία κατά τη διάρκεια της Εβδομάδας της Κοινωνίας των Πολιτών, αναφερθήκατε σε μια επιδημία επισφάλειας, η οποία αποτελεί την αιτία για την παρακμή των πολιτικών ελευθεριών.
Την περιγράψατε ως μια αόρατη νόσο που μας οδηγεί στην τρέλα. Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα για το τι εννοείτε ως «επιδημία επισφάλειας»; Πώς δημιουργείται;

Οι άνθρωποι είναι ολοένα περισσότερο απεγνωσμένοι, οι δε θάνατοι που οφείλονται σε απελπισία —ιδίως οι αυτοκτονίες στον εργασιακό χώρο— αυξάνονται στις εύπορες κοινωνίες. Πρόκειται για την πιο επώδυνη και, ως εκ τούτου, την πιο ορατή κορυφή ενός τεράστιου αλλά αόρατου παγόβουνου επισφάλειας, που οφείλεται στην ανασφάλεια ως προς τα μέσα διαβίωσής μας. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι εξοργισμένοι και ότι η εμπιστοσύνη στους πολιτικούς θεσμούς μειώνεται, αν και συχνά ακούμε γι’ αυτό. Η δυσπιστία μπορεί να είναι υγιής: προωθεί το αίτημα για λογοδοσία. Ο θυμός μπορεί να είναι παραγωγικός: μπορεί να πυροδοτήσει αγώνες για δικαιοσύνη και να οδηγήσει σε ουσιαστική μεταμόρφωση.

Η σημερινή νόσος των κοινωνιών μας — αυτό που στο έργο μου αναφέρεται ως «πανταχού παρούσα επισφάλεια», είναι κάτι διαφορετικό. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο είδος ανασφάλειας, μια οξεία αποδυνάμωση, δεδομένου ότι οι άνθρωποι αισθάνονται ότι είναι έρμαιο δυνάμεων τις οποίες αδυνατούν να ελέγξουν.

Ως άτομα, αντιμετωπίζουμε την επισφάλεια ως ανικανότητα να αντεπεξέλθουμε στα βασικά καθήκοντα της ζωής μας. Η αίσθηση της ανικανότητας αντιμετώπισης προκαλεί φόβο παρακμής, απώλειας των όσων έχουμε — της εργασίας μας, των αποταμιεύσεών μας, της ικανότητάς μας να είμαστε αποδοτικοί, της υγείας μας. Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η φτώχεια ή η ανισότητα, αλλά η αίσθηση ή η αναμονή απώλειας, ο φόβος παρακμής. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα βιώνουν την επισφάλεια.

Οι κοινωνίες βιώνουν την επισφάλεια ως ανικανότητα να αυτοκυβερνηθούν και να διαχειριστούν τις αντιξοότητες. Πάρτε ως παράδειγμα την πανδημία της νόσου COVID-19. Πώς ήταν δυνατόν οι πλούσιες, επιστημονικώς λαμπρές και θεσμικά εξελιγμένες κοινωνίες μας να επιτρέψουν να μετατραπεί ένα πρόβλημα δημόσιας υγείας —το οποίο προκλήθηκε από έναν ιό που δεν ήταν εντελώς άγνωστος ούτε υπερβολικά θανατηφόρος— σε σοβαρή υγειονομική κρίση και, στη συνέχεια, σε οικονομική και κοινωνική κρίση; Η απάντηση είναι ότι οι κυβερνήσεις μας μείωσαν τις δημόσιες επενδύσεις, μεταξύ άλλων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης.

Υπάρχει ένα άλλο χαρακτηριστικό της επισφάλειας. Ενεργοποιείται από συγκεκριμένες πολιτικές, από τον νεοφιλελεύθερο συνδυασμό ελεύθερων αγορών και ανοικτών οικονομιών, όπου οι αποφάσεις υπαγορεύονται από την κερδοφορία. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα σε εθνικό ή σε ενωσιακό επίπεδο στην παγκόσμια αγορά, στο πλαίσιο ενός πλανητικού κερδοσκοπικού ανταγωνισμού, οι κεντροαριστερές και οι κεντροδεξιές ελίτ έσπευσαν να μειώσουν τόσο την ασφάλεια των θέσεων εργασίας (προκειμένου να δοθεί στις επιχειρήσεις η ευελιξία που τις κατέστησε ανταγωνιστικές) όσο και τις δαπάνες για δημόσιες υπηρεσίες. Αυτό σήμαινε ότι όλοι είχαν περισσότερες ευθύνες αλλά λιγότερους πόρους για την εκτέλεσή τους. Μας ζητείται να παράγουμε περισσότερα αποτελέσματα με λιγότερα μέσα.

Ιδού ένα παράδειγμα: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από τα κράτη να καταβάλουν περισσότερες προσπάθειες για την κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά τους ζητεί επίσης να μειώσουν τις δαπάνες. Αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ των συνεχώς αυξανόμενων ευθυνών και της συρρίκνωσης των πόρων οδηγεί σε μια αίσθηση αβεβαιότητας και αμφιβολιών ως προς τα αν διαθέτουμε ικανότητα αντιμετώπισης. Δεν πρόκειται για το υγιές είδος αβεβαιότητας που μας ωθεί να επενδύσουμε στον έξω κόσμο, να εξετάσουμε τις επιλογές μας, να αναλάβουμε κινδύνους ή να αποδείξουμε τις δυνατότητές μας. Αντιθέτως, πρόκειται για έναν τοξικό φόβο, τον φόβο απώλειας των μέσων διαβίωσής μας και την αναμονή ενός πιο σκοτεινού μέλλοντος.

Κατά τη γνώμη σας, ποια είναι η αιτία της ανόδου αυταρχικών ηγετών και ακροδεξιών κομμάτων; Πώς αξιολογείτε τις δημοκρατικές ελευθερίες και τον σεβασμό των βασικών αξιών της ΕΕ στην Ευρώπη σήμερα;

Η αυξημένη στήριξη των ακροδεξιών αυταρχικών ηγετών και κομμάτων οφείλεται στην πολιτικά δημιουργούμενη επισφάλεια.  Οι άνθρωποι αισθάνονται ανασφαλείς, με αποτέλεσμα να στερούνται ασφάλειας και σταθερότητας· αισθάνονται αποδυναμωμένοι και, ως εκ τούτου, στηρίζουν τις ελπίδες τους σε ισχυρούς ηγέτες, οι οποίοι θα εξασφαλίσουν άμεση σταθερότητα με απόλυτη πυγμή. Για παράδειγμα, αυξάνουν τις στρατιωτικές δαπάνες και ενισχύουν τη δύναμη της αστυνομίας — όπως πρόκειται να κάνει τώρα η ΕΕ.

Οι βάσεις για όλα αυτά τέθηκαν νωρίτερα από κεντρώα κόμματα, καθώς κατέστησαν τις κοινωνίες μας πιο επισφαλείς για νεοφιλελεύθερους λόγους. Κατά τη γνώμη μου, η κεντροαριστερά φέρει ιδιαίτερη ευθύνη για τη θλιβερή αυτή κατάσταση. Ενώ η αυτοανακηρυχθείσα έκκληση της κοινωνικής δημοκρατίας αφορά τον αγώνα υπέρ της δικαιοσύνης, έχει επικεντρωθεί στην καταπολέμηση μιας μορφής αδικίας: της ανισότητας. Εν τω μεταξύ, αυτό που χρειάζονται οι άνθρωποι είναι η οικονομική σταθερότητα: η δυνατότητα να διαχειρίζονται τη ζωή τους και να σχεδιάζουν το μέλλον τους.

Αναλογιστείτε το εξής: θα μπορούσαμε να έχουμε απόλυτα ισότιμες, αλλά εξαιρετικά επισφαλείς κοινωνίες — και αυτό δύσκολα θα το αποκαλούσα ακμάζουσα κοινωνία. Επιπλέον, οι άνθρωποι δεν είναι απαραίτητα πρόθυμοι να εξαλείψουν την ανισότητα αν αυτό συνεπάγεται ότι αντιμετωπίζονται ως ηττημένοι που αποζημιώνονται (και ταπεινώνονται) μέσω μιας μικρής αναδιανομής: δεν θέλουν να είναι οι εξαρχής ηττημένοι.

Στην ομιλία σας μιλήσατε επίσης για «Ολυμπιακούς Αγώνες ανάδειξης θυμάτων». Θα μπορούσατε να περιγράψετε τι είναι αυτό και γιατί θα πρέπει να το αποφύγουμε;

Κατά τις τελευταίες πέντε περίπου δεκαετίες, η καταπολέμηση των διακρίσεων έχει λάβει τη μορφή πολιτικής ταυτότητας. Ομάδες που στο παρελθόν υπέστησαν διακρίσεις αντιμετωπίστηκαν ως «προστατευόμενες μειονότητες», με το καθεστώς τους να αναβαθμίζεται μέσω μέτρων θετικής δράσης, όπως στοχευμένες προαγωγές και συστήματα ποσοστώσεων. Όταν αυτό συμβαίνει σε ένα πλαίσιο πανταχού παρούσας επισφάλειας, όπου οι καλές θέσεις εργασίας και οι λοιποί πόροι σπανίζουν, οι προστατευόμενες αυτές ομάδες αρχίζουν να ανταγωνίζονται για αυτούς τους περιορισμένους πόρους. Σε ένα τέτοιο κλίμα, η θυματοποίηση μετατρέπεται σε ένα είδος «άσσου στο μανίκι»: όσο μεγαλύτερη είναι η αίσθηση περί θυματοποίησης, τόσο ισχυρότερη είναι η αξίωση για προστασία.

Τούτο, αφενός, δημιουργεί εχθρότητα μεταξύ των ανταγωνιστικών ομάδων, διαβρώνοντας την αλληλεγγύη. Από την άλλη πλευρά, κανείς εξ αυτών δεν κερδίζει πραγματικά, διότι παραμένουν θύματα. Πράγματι, η ιδιότητα του θύματος και της δυσμενούς διακρίσεως είναι ακριβώς αυτό που τους παρέχει τους λόγους για να αξιώνουν προστασία. Οι μόνοι νικητές σε αυτό το ανέντιμο παιχνίδι ανταγωνισμού για την πρόσβαση σε πόρους και την ειδική προστασία είναι οι ελίτ που χαίρουν αιγίδας σε μεγάλο βαθμό. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι οι αποδυναμωμένες ομάδες μάχονται μεταξύ τους ως εχθροί, ενώ οι προστάτες τους, οι πολιτικές ελίτ, αντλούν περισσότερη δύναμη από αυτή την αντιπαλότητα. 

Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά, γιατί η κοινωνία των πολιτών είναι τόσο σημαντική για τη διατήρηση της δημοκρατίας και των πολιτικών ελευθεριών που πολλοί από εμάς θεωρούν δεδομένες; Γιατί η κοινωνία των πολιτών, και όχι οι δημοκρατικές εκλογές, είναι το αντίδοτο στις καταχρήσεις εξουσίας;

Όταν ψηφίζουμε, είμαστε μόνοι μας. Νιώθουμε έντονα την αποδυνάμωσή μας και την απογοήτευση που προκαλεί η ανασφάλεια και δίνουμε φωνή σε αυτό το άγχος μέσω της ψήφου μας. Εξ ου και η άνοδος των αντιδραστικών κομμάτων σε ελεύθερες και δίκαιες εκλογές. Η κοινωνία των πολιτών κινείται με διαφορετική λογική και διαθέτει ειδική πηγή ενέργειας: τη συλλογικότητα. Οσάκις συμπορευόμαστε με άλλους, ενωμένοι με τους δεσμούς ενός κοινού σκοπού, δεν είμαστε μόνοι μας, αισθανόμαστε λιγότερο επισφαλείς, λιγότερο αποδυναμωμένοι, διότι μπορούμε να επαφιόμαστε στη στήριξη των εταίρων μας. Μόλις μειωθεί η επισφάλεια, ο φόβος υποχωρεί και μπορούμε να σκεφτούμε το μέλλον, μπορούμε να καταστρώσουμε μεγάλα σχέδια.

Η Albena Azmanova είναι καθηγήτρια πολιτικών και κοινωνικών επιστημών στο City St George, University of London και συνσυντάκτρια του περιοδικού Emancipations. Το τελευταίο της βιβλίο, Capitalism on Edge (2020) κέρδισε πολλά βραβεία, συμπεριλαμβανομένου του Βραβείου Βιβλίου Michael Harrington, το οποίο απονέμεται από την American Political Science Association (Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Επιστημών) για «ένα εξαιρετικό έργο που δείχνει πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι υποτροφίες στον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο».