Εξοπλισμός τροφοδοσίας ηλεκτρικών οχημάτων

Document Type
PAC
Photo from 'The Jungle' project: Trench foot, a fungal infection that affects the feet, is one of the most common health problems among refugees attempting to cross the Białowieża Forest (October 2022). Copyright: Hanna Jarzabek

Η Hanna Jarzabek, Ισπανοπολωνή φωτογράφος εξειδικευμένη στην τεκμηριωτική φωτογραφία και υποψήφια για το βραβείο αντικτύπου 2024 του ταμείου Ερευνητικής Δημοσιογραφίας για την Ευρώπη (IJ4EU), απεικονίζει με μελανά χρώματα την κατάσταση στα σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας όπου χιλιάδες πρόσφυγες προσπαθούν να διασχίσουν το δάσος Białowieża, γνωστό με το προσωνύμιο «Η Ζούγκλα».

Η Hanna Jarzabek, Ισπανοπολωνή φωτογράφος εξειδικευμένη στην τεκμηριωτική φωτογραφία και υποψήφια για το βραβείο αντικτύπου 2024 του ταμείου Ερευνητικής Δημοσιογραφίας για την Ευρώπη (IJ4EU), απεικονίζει με μελανά χρώματα την κατάσταση στα σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας όπου χιλιάδες πρόσφυγες προσπαθούν να διασχίσουν το δάσος Białowieża, γνωστό με το προσωνύμιο «Η Ζούγκλα».

της Hanna Jarzabek

Από τον Νοέμβριο του 2021, χιλιάδες πρόσφυγες, κυρίως από χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, έχουν προσπαθήσει να διασχίσουν το δάσος Białowieża, το τελευταίο παρθένος δάσος της Ευρώπης που εκτείνεται κατά μήκος των συνόρων μεταξύ Πολωνίας και Λευκορωσίας. Η διάσχιση του δάσους που αποκαλείται επίσης «Η Ζούγκλα» από ορισμένους πρόσφυγες, αποτελεί επικίνδυνο και δύσκολο εγχείρημα, ιδίως για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τις αντίξοες κλιματικές συνθήκες της βορειοανατολικής Ευρώπης. Πολλοί πρόσφυγες παγιδεύονται στο δάσος για μεγάλα χρονικά διαστήματα κάτω από ακραίες συνθήκες, όπως η έλλειψη τροφής και νερού και ο υψηλός κίνδυνος υποθερμίας και θανάτου κατά τους χειμερινούς μήνες. Αν τυχόν οι συνοριοφύλακες συλλάβουν κάποιους πρόσφυγες, συνήθως τους αναγκάζουν να επιστρέψουν στην άλλη πλευρά των συνόρων, πράγμα που σημαίνει ότι τους εγκαταλείπουν στο δάσος από την πλευρά της Λευκορωσίας, συχνά τη νύχτα, χωρίς μάρτυρες, και με τα τηλέφωνά τους κατεστραμμένα για να μην μπορούν να επικοινωνήσουν με τον έξω κόσμο. Αυτές οι αναγκαστικές επιστροφές, γνωστές και ως επαναπροωθήσεις, πραγματοποιούνται ακόμη και όταν επικρατούν ακραίες συνθήκες, χωρίς να εξαιρούνται οι έγκυες ή όσοι βρίσκονται στα πρόθυρα υποθερμίας που απελαύνονται, παρά την κατάστασή τους, στο έδαφος της Λευκορωσίας. Ορισμένοι πρόσφυγες ισχυρίζονται ότι έχουν επαναπροωθηθεί επανειλημμένα, έως και 17 φορές.

Η προηγούμενη πολωνική κυβέρνηση κατασκεύασε συνοριακό τείχος με συρματοπλέγματα και ενισχυμένα θεμέλια. Όπως συμβαίνει με παρόμοιους φράχτες που έχουν κατασκευαστεί αλλού, το τείχος αυτό δεν αποθαρρύνει εκείνους που προσπαθούν να εισέλθουν στην Ευρώπη, αλλά αντιθέτως τους εκθέτει σε κίνδυνο άλλων σοβαρών τραυματισμών. Οι συνοριοφύλακες έχουν επίσης εγκαταστήσει κρυφές κάμερες στο δάσος για να ανιχνεύουν τις κινήσεις των προσφύγων και του προσωπικού των ανθρωπιστικών οργανώσεων. Ελλείψει καταυλισμών προσφύγων, οι πρόσφυγες κρύβονται στο δάσος για να αποφύγουν την επαναπροώθησή τους στη Λευκορωσία και η αυξανόμενη στρατιωτική παρουσία εμποδίζει την πρόσβαση σε ανθρωπιστική βοήθεια.

Η παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας σε αυτήν τη συνοριακή γραμμή προσέκρουσε εξαρχής σε σοβαρά εμπόδια. Όταν έπεσε η ακροδεξιά κυβέρνηση τον Οκτώβριο του 2023, οι ελπίδες για αλλαγή της μεταναστευτικής πολιτικής αναπτερώθηκαν, αλλά η άσκηση βίας, οι επαναπροωθήσεις και η περιορισμένη πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη συνεχίζονται χωρίς διακοπή. Επί του παρόντος, η οργάνωση «Γιατροί Χωρίς Σύνορα» λειτουργεί με μερικώς απασχολούμενο προσωπικό μόλις τριών ατόμων για την παροχή ιατρικής περίθαλψης σε μια συνοριακή γραμμή μήκους 400 χιλιομέτρων. Η οργάνωση δεν διαθέτει μόνιμη βάση, σε αντίθεση με άλλες παραμεθόριες περιοχές στις οποίες παρατηρούνται αντίστοιχες μεταναστευτικές ροές. Το προσωπικό της αντιμετωπίζει δύσκολες συνθήκες, προσφέροντας συχνά τη βοήθειά του μέσα στο σκοτάδι και χωρίς να διαθέτει τον κατάλληλο εξοπλισμό για ακριβείς διαγνώσεις. Η παρεχόμενη ιατρική περίθαλψη προσαρμόζεται στις συνθήκες που επικρατούν στο δάσος, π.χ. με τη χορήγηση ενδοφλέβιων εγχύσεων μέσα στη νύχτα ή με την παροχή επείγουσας ιατρικής φροντίδας σε σοβαρά περιστατικά όπως οι αποβολές.

Από τότε που κατασκευάστηκε το τείχος, οι μετανάστες, εκτός από τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν, υφίστανται επίσης διάφορα κατάγματα διότι, στην προσπάθειά τους να σκαρφαλώσουν πάνω από το τείχος, πέφτουν ενίοτε από ύψος που φθάνει έως τα 5 μέτρα. Ορισμένα από τα κατάγματα αυτά απαιτούν πολύπλοκες επεμβάσεις και πολύμηνη αποθεραπεία. Στις περιπτώσεις αυτές, καθώς και σε περιπτώσεις υποθερμίας, η μόνη λύση είναι η κλήση ασθενοφόρου μολονότι είναι γνωστό ότι οι τραυματίες θα συλληφθούν και θα φρουρούνται από συνοριοφύλακες κατά την παραμονή τους στο νοσοκομείο. Μόλις οι ασθενείς λάβουν εξιτήριο από το νοσοκομείο, οι συνοριοφύλακες αποφασίζουν, με βάση τα δικά τους κριτήρια, αν θα τους στείλουν σε κλειστό ή σε ανοικτό κέντρο υποδοχής αλλοδαπών. Σύμφωνα με όσα μου είπαν αρκετοί ερωτηθέντες, υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες ορισμένοι πρόσφυγες, μετά την ολοκλήρωση της νοσηλείας τους, μεταφέρθηκαν από τους συνοριοφύλακες πίσω στο δάσος και επαναπροωθήθηκαν στη λευκορωσική πλευρά, ξεκινώντας πάλι από την αρχή την ίδια διαδικασία.

Τους τελευταίους μήνες, ο αριθμός των στρατιωτών που είναι τοποθετημένοι στα σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας αυξάνεται επίσης με σταθερούς ρυθμούς, πράγμα που αντανακλά την κλιμάκωση των εντάσεων στην περιοχή. Τον Ιούνιο του 2024, ένας μετανάστης μαχαίρωσε σε αυτήν την παραμεθόρια περιοχή έναν Πολωνό στρατιώτη, ο οποίος αργότερα υπέκυψε στα τραύματά του. Ως αντίδραση σε αυτό το περιστατικό, η νέα κυβέρνηση ενέτεινε την αντιμεταναστευτική της εκστρατεία και θέσπισε νόμο που επιτρέπει στους στρατιώτες να κάνουν χρήση όπλων όποτε το κρίνουν αναγκαίο, χωρίς να λογοδοτούν για τις πράξεις τους. Η απόφαση αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό, αν μάλιστα ληφθούν υπόψη τα πολύ ανησυχητικά περιστατικά χρήσης βίας που έχουν σημειωθεί στο παρελθόν. Παραδείγματος χάρη, τον Οκτώβριο του 2023 ένας Σύρος πρόσφυγας δέχθηκε πισώπλατο πυροβολισμό μέρα μεσημέρι, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά. Ομοίως, τον Νοέμβριο του 2023, εθελοντές ανθρωπιστικής οργάνωσης ανέφεραν ότι τη στιγμή που προσπαθούσαν να προσφέρουν τη βοήθειά τους σε μετανάστες, συνοριοφύλακες άνοιξαν πυρ προς την κατεύθυνσή τους χωρίς καμία προειδοποίηση. Ο νέος νόμος, όχι μόνο ενέχει τον κίνδυνο νομιμοποίησης αυτών των επικίνδυνων πρακτικών, αλλά δημιουργεί επίσης κλίμα ατιμωρησίας, εκθέτοντας περαιτέρω σε κίνδυνο τόσο τους πρόσφυγες όσο και το προσωπικό των ανθρωπιστικών οργανώσεων. Η πολιτική αυτή, η οποία εκχωρεί ανεξέλεγκτη εξουσία σε στρατιώτες, υπονομεύει βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και θα μπορούσε να οξύνει τη βία σε μια ήδη ασταθή παραμεθόρια περιοχή.

Ο Donald Tusk καλλιεργεί την εικόνα ενός πιο ανοιχτού και ευαισθητοποιημένου στα ανθρώπινα δικαιώματα πολιτικού, αλλά η κυβέρνησή του συνεχίζει τη ρητορική της προηγούμενης κυβέρνησης παρουσιάζοντας τους μετανάστες σε αυτά τα σύνορα ως απειλή για την πολωνική κοινωνία, υποβαθμίζοντας την ανθρώπινη ιδιότητά τους και χαρακτηρίζοντάς τους ως τρομοκράτες ή εγκληματίες. Η προηγούμενη κυβέρνηση προσπάθησε επίσης να αποδώσει στο προσωπικό των ανθρωπιστικών οργανώσεων την κατηγορία ότι υποθάλπει την εμπορία ανθρώπων, η οποία αποτελεί ποινικό αδίκημα που επισύρει ποινή φυλάκισης έως οκτώ ετών. Φαίνεται ότι η πολιτική αυτή θα συνεχιστεί από την κυβέρνηση του Donald Tusk. Στις 28 Ιανουαρίου 2025, πέντε εθελοντές ανθρωπιστικών οργανώσεων που βοήθησαν το 2022 μια οικογένεια από το Ιράκ και έναν Αιγύπτιο θα δικαστούν και θα βρεθούν αντιμέτωποι με αυτήν τη σκληρή ποινή φυλάκισης.

Επιπλέον, η μεταναστευτική πολιτική που εξαγγέλθηκε πρόσφατα (τον Οκτώβριο του 2024) δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Η ουδέτερη ζώνη που καθιερώθηκε τον περασμένο Ιούλιο παραμένει σε ισχύ, περιορίζοντας σοβαρά την πρόσβαση των ανθρωπιστικών οργανώσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι «Γιατροί Χωρίς Σύνορα», αλλά και των δημοσιογράφων, και παρεμποδίζοντας έτσι την παροχή βοήθειας στους πρόσφυγες και την τεκμηρίωση των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττουν οι πολωνικές αρχές.

Ωστόσο, η πιο αμφιλεγόμενη πτυχή αυτής της πολιτικής είναι το σχέδιο να ανασταλεί το δικαίωμα ασύλου σε αυτήν τη συνοριακή γραμμή, μέτρο το οποίο αντιβαίνει κατάφωρα σε θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που αναγνωρίζονται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Επιπλέον, η πολιτική αυτή θα έχει εκτεταμένες συνέπειες για τον τοπικό πληθυσμό της παραμεθόριας περιοχής, αλλά σχεδιάστηκε παρόλα αυτά χωρίς να προηγηθεί διαβούλευση ούτε με τον πληθυσμό ούτε με τις ανθρωπιστικές οργανώσεις. Οι οργανώσεις αυτές, οι οποίες εργάζονται άοκνα για την παροχή βοήθειας, έχουν αποκτήσει κρίσιμες γνώσεις σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση, τις ανάγκες των προσφύγων που προσπαθούν να διασχίσουν τα σύνορα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Αν οι γνώσεις αυτές δεν ληφθούν υπόψη, όχι μόνο θα υπονομευθούν οι ανθρωπιστικές προσπάθειες, αλλά υπάρχει επίσης ο κίνδυνος να επιδεινωθεί μια ήδη δεινή κατάσταση.

Η παρούσα ερευνητική έκθεση εκπονήθηκε με επιχορήγηση από το ταμείο Ερευνητικής Δημοσιογραφίας για την Ευρώπη (IJ4EU)».

Η Hanna Jarzabek είναι Ισπανοπολωνή φωτογράφος που εξειδικεύεται στην τεκμηριωτική φωτογραφία και έχει ως βάση της στη Μαδρίτη. Έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες και εργαστεί ως πολιτική αναλύτρια σε οργανισμούς του ΟΗΕ. Στο έργο της προσεγγίζει με ευαισθησία και σεβασμό θέματα όπως οι διακρίσεις, η ταυτότητα φύλου, η σεξουαλική πολυμορφία και οι μεταναστευτικές ροές στα ανατολικά σύνορα της ΕΕ. Το έργο της έχει δημοσιευθεί σε σημαντικά μέσα ενημέρωσης, όπως π.χ. στην El País και το Newsweek Japan, έχει παρουσιαστεί σε διεθνείς εκθέσεις και έχει αναγνωριστεί με πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων και η υποψηφιότητα για το βραβείο αντικτύπου 2024 του IJ4EU και το βραβείο Leica Oskar Barnack 2023.

Φωτογραφία από το έργο «Η Ζούγκλα»:

Ο «πους των χαρακωμάτων» είναι είδος μυκητίασης που προσβάλλει τα πόδια και αποτελεί ένα από τα συνηθέστερα προβλήματα υγείας των προσφύγων που προσπαθούν να διασχίσουν το δάσος Białowieża (Οκτώβριος 2022). 

Από τον Giuseppe Guerini

Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος της έκθεσης Letta, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το οικονομικό και επιχειρηματικό της σύστημα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια αγορά. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι, εξαρχής, η Ευρωπαϊκή Ένωση επέλεξε να είναι μια κοινωνική οικονομία της αγοράς, όπου η οικονομική ευημερία συνεπάγεται όχι μόνο τη συσσώρευση πλούτου, αλλά και τη δυνατότητα διασφάλισης ότι ο πλούτος που αποτελεί αντικείμενο συναλλαγών και δημιουργείται στην αγορά ωφελεί όλους. 

Από τον Giuseppe Guerini

Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος της έκθεσης Letta, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το οικονομικό και επιχειρηματικό της σύστημα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια αγορά. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι, εξαρχής, η Ευρωπαϊκή Ένωση επέλεξε να είναι μια κοινωνική οικονομία της αγοράς, όπου η οικονομική ευημερία συνεπάγεται όχι μόνο τη συσσώρευση πλούτου, αλλά και τη δυνατότητα διασφάλισης ότι ο πλούτος που αποτελεί αντικείμενο συναλλαγών και δημιουργείται στην αγορά ωφελεί όλους.

Με τον τρόπο αυτό, οι επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας αποτελούν ένα οικοσύστημα που διασφαλίζει την αλληλεγγύη μέσω των επιχειρήσεων, ένα χρήσιμο μοντέλο για τους ιδιωτικούς οργανισμούς, οι οποίοι, ωστόσο, ενεργούν προς το γενικό συμφέρον.

Στην έκθεση Letta προσδιορίζεται το χαρακτηριστικό αυτό το οποίο είχε ήδη υιοθετηθεί στο σχέδιο δράσης και στη σύσταση για την κοινωνική οικονομία. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα καλούνται στην εν λόγω έκθεση να αναγνωρίσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επιχειρήσεων της κοινωνικής οικονομίας, προσαρμόζοντας τους κανόνες που διέπουν την εσωτερική αγορά και τον ανταγωνισμό και βελτιώνοντας το νομικό πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας έχουν ευχερέστερη πρόσβαση σε δάνεια και χρηματοδότηση.

Η ΕΟΚΕ έχει συμβάλει σημαντικά στο να διασφαλισθεί ότι τα ευρωπαϊκά και τα διεθνή θεσμικά όργανα αναγνωρίζουν τον σκοπό και τον ρόλο των επιχειρήσεων της κοινωνικής οικονομίας. Συμμετείχε σε πολλές πρωτοβουλίες και εξέδωσε πολλές γνωμοδοτήσεις στο πλαίσιο των εργασιών που κατέληξαν στην υιοθέτηση του σχεδίου δράσης για την κοινωνική οικονομία το 2021 και της σύστασης προς τα κράτη μέλη το 2023. Επιπλέον, εκδίδοντας γνωμοδοτήσεις σχετικά με την πολιτική ανταγωνισμού και τις κρατικές ενισχύσεις που αφορούν υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος, η ΕΟΚΕ ανέδειξε την ανάγκη αύξησης των ορίων για τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων ήσσονος σημασίας και επέτυχε αλλαγές στον κανονισμό που εγκρίθηκε στα τέλη του 2023. Τα αιτήματα που περιέχονται στην έκθεση Letta για προσαρμογή του γενικού κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία και για βελτίωση της χρηματοδότησης συνάδουν με τις εκκλήσεις που απηύθυνε η ΕΟΚΕ μέσω διαφόρων γνωμοδοτήσεων που εκδόθηκαν το 2022 και το 2023. Τούτο μας ενθαρρύνει επομένως να συνεχίσουμε το έργο μας για την προώθηση της γνωμοδότησης αυτής, προκειμένου να ενισχυθεί η αναγνώριση της κοινωνικής οικονομίας. Θέλουμε να ευαισθητοποιήσουμε περισσότερο τους πολίτες σχετικά με τα οφέλη της αποτελεσματικής ρύθμισης του ανταγωνισμού και των κρατικών ενισχύσεων τόσο για τις επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας όσο και για ολόκληρο το σύστημα των υπηρεσιών γενικού συμφέροντος.

Copyright: Camille Le Coz

Το νέο Σύμφωνο της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Άσυλο επαινέθηκε μεν ως ιστορικό ορόσημο κατά την υιοθέτηση του τον Μάιο του 2024, εξακολουθεί όμως να πρέπει να αποδείξει την αξία του. Ωστόσο, οι προκλήσεις που αναμένονται το 2025 δεν θα είναι εύκολες: σε ένα εξαιρετικά αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον, η εγγενής πολυπλοκότητα του Συμφώνου και το αυστηρό χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή του απαιτούν προσοχή και μεγάλη ισορροπία — Ανάλυση από την Camille Le Coz, Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής (MPI Europe)

Το νέο Σύμφωνο της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Άσυλο επαινέθηκε μεν ως ιστορικό ορόσημο κατά την υιοθέτηση του τον Μάιο του 2024, εξακολουθεί όμως να πρέπει να αποδείξει την αξία του. Ωστόσο, οι προκλήσεις που αναμένονται το 2025 δεν θα είναι εύκολες: σε ένα εξαιρετικά αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον, η εγγενής πολυπλοκότητα του Συμφώνου και το αυστηρό χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή του απαιτούν προσοχή και μεγάλη ισορροπία — Ανάλυση από την Camille Le Coz, Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής (MPI Europe)

Στην αυγή του 2025 τίθενται πιεστικά ερωτήματα σχετικά με το μέλλον των μεταναστευτικών πολιτικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει χαράξει σαφή πορεία με το σχέδιο εφαρμογής του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, οι μεταβαλλόμενες ωστόσο συνθήκες απειλούν να εκτρέψουν την πολιτική εστίαση και τους πόρους αλλού. Οι επικείμενες εκλογές στη Γερμανία έχουν προκαλέσει περαιτέρω αβεβαιότητα, παράλληλα με τις επιπτώσεις της κατάρρευσης του καθεστώτος Άσαντ και της απρόβλεπτης πορείας του πολέμου στην Ουκρανία. Οι συζητήσεις σχετικά με τα μοντέλα εξωτερικής ανάθεσης συνεχίζονται, αλλά οι προσπάθειες αυτές συχνά λειτουργούν ως απομονωμένοι πολιτικοί ελιγμοί και όχι ως μέρος μιας συνεκτικής ευρωπαϊκής στρατηγικής. Εν τω μεταξύ, η μετανάστευση εξακολουθεί να στοχοποιείται στα πολωνικά σύνορα με τη Λευκορωσία, με την εργαλειοποίηση αυτή να οδηγεί όλο και περισσότερο σε αποκλίσεις από το ενωσιακό δίκαιο. Η φετινή χρονιά θα είναι καίριας σημασίας για να καθοριστεί κατά πόσον η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να ακολουθήσει μια προσέγγιση που να προωθεί την εμπιστοσύνη και να υλοποιεί την τόσο αναγκαία συλλογική δράση, ή εάν θα αντιμετωπίσει περαιτέρω κατακερματισμό.

Τον Μάιο του 2024, πολλοί Ευρωπαίοι φορείς χάραξης πολιτικής εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για την έγκριση του Συμφώνου ως ιστορικού ορόσημου, μετά από χρόνια επίπονων διαπραγματεύσεων. Λίγο πριν από τις ευρωπαϊκές εκλογές, η συμφωνία αυτή κατέδειξε την ικανότητα της ΕΕ να συσπειρώνεται και να αντιμετωπίζει ορισμένα από τα πιο δύσκολα προβλήματά της. Κεντρικό στοιχείο των στόχων του Συμφώνου ήταν η αντιμετώπιση των εντάσεων όσον αφορά την ευθύνη και την αλληλεγγύη, η επίλυση της αντίληψης περί διαρκούς μεταναστευτικής κρίσης και η εξάλειψη των διαφορών στις διαδικασίες ασύλου μεταξύ των κρατών μελών. Το νέο πλαίσιο βασίζεται μεν σε μεγάλο βαθμό στο υφιστάμενο σύστημα, εισάγει όμως αυστηρότερα μέτρα, όπως ο συστηματικός έλεγχος, οι ενισχυμένες διαδικασίες ασύλου και επιστροφής στα σύνορα, καθώς και εξαιρέσεις από τους κοινούς κανόνες σε περίπτωση κρίσεων. Το Σύμφωνο προωθεί εξάλλου μεγαλύτερο εξευρωπαϊσμό, με υποχρεωτική αλληλεγγύη, ενισχυμένους ρόλους για τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ και αυξημένη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και εποπτεία.

Αυτή η ενίσχυση της αξιοπιστίας της ΕΕ που απορρέει από την εκ μέρους της συλλογική διαχείριση της μετανάστευσης θα μπορούσε, ωστόσο, να είναι βραχύβια εάν οι Ευρωπαίοι δεν εφαρμόσουν τους νέους κανόνες έως τον Μάιο του 2026. Αυτή η σύντομη προθεσμία θέτει ιδιαίτερες προκλήσεις, δεδομένου ότι το Σύμφωνο απαιτεί τη θέσπιση ενός σύνθετου συστήματος, την κινητοποίηση πόρων και την πρόσληψη και κατάρτιση προσωπικού, ιδίως για τα κράτη μέλη που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Ενώ τα κράτη μέλη έχουν καταρτίσει εθνικά σχέδια δράσης, μεγάλο μέρος των εργασιών αυτών πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών, με έλλειψη πολιτικών μηνυμάτων. Το χάσμα αυτό εγκυμονεί μεγάλο κίνδυνο, καθώς η πολιτική καθοδήγηση είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της εύθραυστης ισορροπίας σε επίπεδο ΕΕ.

Επιπλέον, η εφαρμογή του νέου συστήματος απαιτεί τη δημιουργία συνασπισμών μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών. Οι εθνικοί οργανισμοί ασύλου υπέχουν κεντρικό θέση για τη μετατροπή πολύπλοκων νομοθετικών κειμένων σε πρακτικά πλαίσια, με τους οργανισμούς της ΕΕ —ιδίως τον Οργανισμό της ΕΕ για το Άσυλο— να διαδραματίζουν ήδη καίριο ρόλο στη διαδικασία αυτή. Εξίσου σημαντική είναι η συμμετοχή μη κυβερνητικών οργανώσεων για την αξιοποίηση της εμπειρογνωμοσύνης τους και τη διασφάλιση πρόσβασης σε νομικές συμβουλές και εποπτείας των νέων διαδικασιών, μεταξύ άλλων. Για τη στήριξη αυτών των προσπαθειών, απαιτούνται πιο συνεργατικές προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένων τακτικών διαβουλεύσεων, ισχυρών μηχανισμών ανταλλαγής πληροφοριών και επιχειρησιακών ειδικών ομάδων που θα συνέρχονται τακτικά.

Εν τω μεταξύ, ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί σε στρατηγικές εξωτερικής ανάθεσης, καθώς όλο και περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τις θεωρούν καθοριστικής σημασίας έναντι των μεταναστευτικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ΕΕ. Η συμφωνία Ιταλίας-Αλβανίας πυροδότησε πολυάριθμες συζητήσεις σχετικά με τις δυνατότητές της για καλύτερη διαχείριση της μικτής μετανάστευσης, ανάγοντας την Giorgia Meloni σε ηγετική προσωπικότητα σε αυτόν τον τομέα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ωστόσο, η εν λόγω συμφωνία δεν έχει ακόμη αποφέρει αποτελέσματα και παραμένει μια διμερής συμφωνία, αποκλείοντας τις συνεισφορές άλλων Ευρωπαίων εταίρων. Εν τω μεταξύ, άλλες κυβερνήσεις αναπτύσσουν άλλα εναλλακτικά μοντέλα, όπως κόμβους επιστροφής, και τρόπους ενσωμάτωσής τους σε μια πανευρωπαϊκή προσέγγιση.

Το ζήτημα των επιστροφών πρόκειται ακριβώς να τεθεί στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου κατά τους προσεχείς μήνες. Πράγματι, μέρος του Συμφώνου αφορά τη βελτίωση της ταχύτητας των επιστροφών, ιδίως για τα άτομα που υποβάλλονται σε διαδικασίες στα σύνορα των κρατών πρώτης γραμμής. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν αυτή την επείγουσα ανάγκη, αφήνοντας παράλληλα χώρο σε πιλοτικούς κόμβους επιστροφής, ενώ αναμένονται προτάσεις για την αναθεώρηση της οδηγίας για την επιστροφή τον Μάρτιο. Δεδομένου του σύντομου χρονοδιαγράμματος, ελλοχεύει ο κίνδυνος οι Ευρωπαίοι να μην εξετάσουν πλήρως τα διδάγματα που αντλήθηκαν από την πράξη, παρά την πρόοδο που σημειώθηκε κατά την τελευταία δεκαετία σε τομείς όπως η προβολή, η παροχή συμβουλών, η στήριξη της επανένταξης και η αμοιβαία μάθηση σε επίπεδο ΕΕ. Επιπλέον, η Ευρώπη πρέπει να είναι προσεκτική, ώστε ο πειραματισμός με μοντέλα εξωτερικής ανάθεσης να μην υπονομεύσει τις σχέσεις της με τις χώρες καταγωγής και να μην αποδυναμώσει την ευρύτερη θέση της.

Αυτή η ευαίσθητη πράξη εξισορρόπησης εξελίσσεται σε ένα εξαιρετικά αβέβαιο περιβάλλον, ανάγοντας την εφαρμογή του Συμφώνου σε δοκιμασία όχι μόνο για τη διαχείριση της μετανάστευσης αλλά και για το ευρύτερο έργο της ΕΕ. Ειδικότερα, η κατάσταση στα πολωνικά σύνορα αναδεικνύει συγκεκριμένες προκλήσεις όσον αφορά την τήρηση δεσμευτικών κανόνων υπό την πίεση ενός εχθρικού γείτονα. Όσον αφορά τη Συρία και την Ουκρανία, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες πρέπει να προετοιμαστούν για απρόβλεπτες εξελίξεις. Κατά το επόμενο έτος, θα είναι ζωτικής σημασίας να ενισχυθεί ο ηγετικός ρόλος σε επίπεδο ΕΕ, προκειμένου να εφαρμοστούν νέοι κανόνες και να συνεχιστεί η διερεύνηση καινοτομιών που ευθυγραμμίζονται με μια κοινή προσέγγιση και ενισχύουν μια κοινή προσέγγιση. Τούτο προϋποθέτει την εστίαση των προσπαθειών στην οικοδόμηση ανθεκτικών εταιρικών σχέσεων με χώρες προτεραιότητας και την αποφυγή της εκτροπής πόρων σε πολιτικά τεχνάσματα.

Η Camille Le Coz είναι αναπληρώτρια διευθύντρια του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής, ενός ερευνητικού ιδρύματος με έδρα τις Βρυξέλλες, το οποίο επιδιώκει αποτελεσματικότερη διαχείριση των συστημάτων μετανάστευσης, ένταξης των μεταναστών και ασύλου, καθώς και επιτυχημένα αποτελέσματα για τους νεοαφιχθέντες, τις οικογένειες μεταναστών και τις κοινότητες υποδοχής.

Σε αυτό το τεύχος:

  • Διασφάλιση στήριξης για τους φορείς της κοινωνικής οικονομίας στο πλαίσιο των ενωσιακών κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, του Guiseppe Guerini
  • Προβολή στην ΕΟΚΕ της ταινίας της ταινίας «Under the Grey Sky» για τη Λευκορωσία – συνέντευξη με τη σκηνοθέτρια Mara Tamkovich
  • Το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο μπορεί να θέσει υπό δοκιμασία το Ευρωπαϊκό εγχείρημα, της Camille le Coz, MPI Europe
  • Ανώνυμοι τάφοι στα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης, της Barbara Matejčić
  • Σύριοι πρόσφυγες:

    – Η προσέγγιση της ΕΕ όσον αφορά τις επιστροφές Συρίων - Σημείο καμπής στη μεταναστευτική της πολιτική, του Alberto-Horst Neidhardt, EPC

    – Οι χώρες της ΕΕ δεν πρέπει να αναγκάσουν τους Σύρους πρόσφυγες να επιστρέψουν στη Συρία εν μέσω της τρέχουσας αστάθειας, του Jean-Nicolas Beuze, UNHCR

Σε αυτό το τεύχος:

  • Διασφάλιση στήριξης για τους φορείς της κοινωνικής οικονομίας στο πλαίσιο των ενωσιακών κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, του Guiseppe Guerini
  • Προβολή στην ΕΟΚΕ της ταινίας της ταινίας «Under the Grey Sky» για τη Λευκορωσία – συνέντευξη με τη σκηνοθέτρια Mara Tamkovich
  • Το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο μπορεί να θέσει υπό δοκιμασία το Ευρωπαϊκό εγχείρημα, της Camille le Coz, MPI Europe
  • Ανώνυμοι τάφοι στα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης, της Barbara Matejčić
  • Σύριοι πρόσφυγες:

    – Η προσέγγιση της ΕΕ όσον αφορά τις επιστροφές Συρίων - Σημείο καμπής στη μεταναστευτική της πολιτική, του Alberto-Horst Neidhardt, EPC

    – Οι χώρες της ΕΕ δεν πρέπει να αναγκάσουν τους Σύρους πρόσφυγες να επιστρέψουν στη Συρία εν μέσω της τρέχουσας αστάθειας, του Jean-Nicolas Beuze, UNHCR

Copyright: Almir Hoxhaj

Ο Almir Hoxhaj, Αλβανός μετανάστης στην Ελλάδα, μιλά σήμερα τα ελληνικά τόσο καλά όσο τη μητρική του γλώσσα. Μετά από πάνω από 30 χρόνια στην Ελλάδα, αισθάνεται κομμάτι της χώρας, αλλά η προσαρμογή του στην ελληνική κοινωνία, όπου η λέξη «Αλβανός» χρησιμοποιείται ακόμη και ως βρισιά, δεν ήταν εύκολη. Αυτή είναι η προσωπική του ιστορία.

Ο Almir Hoxhaj, Αλβανός μετανάστης στην Ελλάδα, μιλά σήμερα τα ελληνικά τόσο καλά όσο τη μητρική του γλώσσα. Μετά από πάνω από 30 χρόνια στην Ελλάδα, αισθάνεται κομμάτι της χώρας, αλλά η προσαρμογή του στην ελληνική κοινωνία, όπου η λέξη «Αλβανός» χρησιμοποιείται ακόμη και ως βρισιά, δεν ήταν εύκολη. Αυτή είναι η προσωπική του ιστορία.

Γεννήθηκα σε ένα μικρό χωριό του νομού Αυλώνα και έζησα εκεί μέχρι τα δώδεκά μου χρόνια. Η οικογένειά μου μετακόμισε στα Τίρανα, αλλά, το 1997, πήρα τη δύσκολη απόφαση να αναζητήσω ένα καλύτερο μέλλον στην Ελλάδα. Ήταν συνηθισμένο εκείνη την εποχή, μετά το άνοιγμα των συνόρων, οι Αλβανοί να καταφεύγουμε στην Ελλάδα λόγω της υποτιθέμενης ευκολίας διέλευσης των χερσαίων συνόρων. Διέσχισα τα σύνορα με τα πόδια δεκαοκτώ φορές. Φοβόμουν τη θάλασσα. Θυμάμαι μάλιστα την τελευταία μου πεζοπορία πέντε ημερών μέχρι τη Βέροια, όπου, παρ' όλη την ασταμάτητη βροχή, διψούσα τρομερά. Όταν τελικά έπιασα στο χέρι μου ένα ποτήρι γεμάτο νερό, δεν ήταν αρκετό για να με ξεδιψάσει. Κάπως έτσι ξεκίνησε η ζωή μου στην Ελλάδα. Με ένα γεμάτο ποτήρι νερό στο χέρι μου.

Η πρώτη μου επαφή με την χώρα έγινε στα 15 μου, όταν, μαζί με φίλους, περάσαμε για πρώτη φορά κρυφά τα σύνορα. Ούτε καν μας περνούσε από το μυαλό ότι κάναμε κάτι παράνομο. Αν μπορούσα να πετάξω για Ελλάδα, θα το είχα κάνει. Η Ελλάδα, η γλώσσα της, η μυθολογία της και η ιστορία της ασκούσαν ξεχωριστή γοητεία πάνω μου. Τα καλοκαίρια δούλευα σκληρά, προσπαθώντας να στηρίξω την οικογένειά μου. Η οριστική μου εγκατάσταση ήταν γεμάτη προκλήσεις: νομική αβεβαιότητα, ρατσισμός και δυσκολίες ένταξης. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα περιστατικό στην αρχή. Ήμουν παράνομος, ανασφάλιστος, δεν ήξερα τη γλώσσα και μου έσπασε ένα δόντι. Η μόνη μου επιλογή ήταν να το βγάλω μόνος μου, τραβώντας το μπροστά σ' έναν καθρέφτη με μια πένσα που χρησιμοποιούσα στη δουλειά. Το στόμα μου γέμισε αίματα.

Η προσαρμογή στην ελληνική κοινωνία δεν ήταν εύκολη. Όντας μετανάστης πρώτης γενιάς, αισθανόμουν ξένος —σαν να είχα συνέχεια στο στόμα μου αίμα. Ήμουν παράνομος και φοβόμουν να βγω έξω για βόλτα ή για καφέ. Αντιμετώπιζα ρατσισμό παντού, σε πολλές μορφές. Μια φορά, ένας πατέρας φοβέρισε το παιδάκι του ότι θα βάλει τον Αλβανό να το φάει άμα δεν κάτσει ήσυχο. Δεν μου επιτρεπόταν η είσοδος σε καφετέριες, κλαμπ και άλλους χώρους, ορισμένοι από τους οποίους, όταν πρωτοπήγα, είχαν μάλιστα μια ταμπέλα που έγραφε «Όχι Αλβανοί». Μας έλεγαν βρόμικους επειδή ήμασταν αλλόθρησκοι. Οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Αλβανών είναι καλύτερες τώρα, μολονότι τα στερεότυπα εξακολουθούν να υπάρχουν. Στην Ελλάδα, η λέξη «Αλβανός» χρησιμοποιείται ακόμα και ως βρισιά. Υπήρχε ρατσισμός και εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά είναι πιο ήπιος πλέον. Οι καιροί έχουν αλλάξει. Παρ' όλα αυτά, ο ρατσισμός εξακολουθεί να υφίσταται, ενισχυόμενος από τις οικονομικές δυσκολίες και την έλλειψη εκπαίδευσης.

Οι προκαταλήψεις και οι διακρίσεις είναι βαθιά ριζωμένες και σ' αυτές συχνά βρίσκουν εφαλτήριο ακραία πολιτικά και κοινωνικά σχήματα που αναπτύσσονται και φτάνουν μέχρι και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αυτό είναι λυπηρό! Μολονότι η κατάσταση έχει βελτιωθεί, παραμένει μια πραγματικότητα. Υπάρχει όμως ελπίδα για τις νεότερες γενιές. Τα παιδιά μας θα έχουν καλύτερες ευκαιρίες να γίνουν πλήρως αποδεκτά. Αυτό ισχύει και για την 12χρονη κόρη μου.

Σήμερα, ως εργολάβος οικοδομών, κοιτάζω πίσω με ανάμεικτα συναισθήματα. Οι δυσκολίες που αντιμετώπισα στην προσαρμογή και η έλλειψη αποδοχής ήταν καθημερινότητα. Ωστόσο, μέσα από αυτές τις προκλήσεις, ανέπτυξα μια βαθύτερη κατανόηση της ζωής και της σημασίας της ένταξης.

Η Αλβανία παραμένει πάντα κομμάτι μου. Θυμάμαι ξεκάθαρα τα χρόνια του κομμουνιστικού καθεστώτος. Ήταν μια περίοδος παράνοιας, φόβου, ανασφάλειας, και ακραίας φτώχειας. Η πτώση του καθεστώτος έφερε ανακούφιση αλλά και νέες δυσκολίες, όπως ανεργία και εγκληματικότητα. Αυτές οι εμπειρίες με διαμόρφωσαν, με έμαθαν να εκτιμώ τη σταθερότητα και την ελευθερία που έχω βρει στην Ελλάδα.

Προσωπικά, νιώθω συνδεδεμένος με την Ελλάδα. Παρόλο που η καρδιά μου βρίσκεται στο χωριό μου, στην Αλβανία, η ζωή μου είναι εδώ. Τα ελληνικά μου είναι εξίσου καλά με τη μητρική μου γλώσσα. Οι εμπειρίες μου, οι αγώνες και τα επιτεύγματά μου με κάνουν να αισθάνομαι κομμάτι αυτής της χώρας. Ελπίζω ότι με την πάροδο του χρόνου οι Έλληνες θα μας αποδεχτούν πλήρως και θα αναγνωρίσουν τη συμβολή μας στην κοινωνία.

Η μετανάστευση είναι μια δοκιμασία γεμάτη προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες, και εγώ, ως Αλβανός μετανάστης στην Ελλάδα, δεν θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να την αποφύγω. Η ιστορία μου είναι μια ιστορία δυσκολιών, προσαρμογής και ελπίδας.

Στα επόμενα χρόνια βλέπω τον εαυτό μου να συνεχίζει τη ζωή του στην Ελλάδα, που είναι το σπίτι μου, και την Αλβανία ως ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ΕΕ είναι πλέον η πατρίδα όλων μας.

Ο Almir Hoxhaj είναι 47 χρονών. Ζει και εργάζεται στην Τρίπολη, μια μικρή πόλη στην Πελοπόννησο. Έχει μια κόρη 12 χρονών. Αγαπημένη του πόλη είναι το Βερολίνο. Μιλάει και γράφει άπταιστα ελληνικά και έχει μεταφράσει από τα αλβανικά στα ελληνικά το βιβλίο με τίτλο «Το έπος των άστρων της Αυγής» του Αλβανού συγγραφέα Rudi Erebara. Το βιβλίο τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2017 και περιγράφει την τραγωδία του αλβανικού λαού τον 20ο αιώνα. Αν και η ιστορία εκτυλίσσεται τον προηγούμενο αιώνα, η ουσία του ολοκληρωτισμού, του φασισμού και του ανορθολογισμού παραμένει δυστυχώς επίκαιρη σήμερα, σε πιο «σύγχρονες» μορφές.

Τον Απρίλιο του 2024, ο Enrico Letta δημοσίευσε την από μακρού αναμενόμενη έκθεσή του σχετικά με το μέλλον της ενιαίας αγοράς της ΕΕ, με τίτλο «Πολύ περισσότερο από μια απλή αγορά». Κατά τη σύνοδο ολομέλειάς της τον Ιανουάριο, η ΕΟΚΕ ενέκρινε γνωμοδότηση με θέμα «Τρόποι στήριξης των φορέων της κοινωνικής οικονομίας σύμφωνα με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων: ορισμένοι προβληματισμοί σχετικά με τις προτάσεις που διατυπώθηκαν στην έκθεση του Enrico Letta». Ρωτήσαμε τον εισηγητή της γνωμοδότησης Giuseppe Guerini σε ποιο βαθμό και για ποιο λόγο άντλησε έμπνευση από την έκθεση του Enrico Letta στην οποία, μεταξύ άλλων, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα καλούνται να βελτιώσουν το νομικό πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις και να εξασφαλίσουν στις επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας δυνατότητα ευκολότερης πρόσβασης σε δάνεια και χρηματοδότηση. Με βάση τα συμπεράσματα της έκθεσης αυτής, πώς σχεδιάζει η ΕΟΚΕ να βοηθήσει τις εν λόγω επιχειρήσεις με μέλημα τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις;

Τον Απρίλιο του 2024, ο Enrico Letta δημοσίευσε την από μακρού αναμενόμενη έκθεσή του σχετικά με το μέλλον της ενιαίας αγοράς της ΕΕ, με τίτλο «Πολύ περισσότερο από μια απλή αγορά». Κατά τη σύνοδο ολομέλειάς της τον Ιανουάριο, η ΕΟΚΕ ενέκρινε γνωμοδότηση με θέμα «Τρόποι στήριξης των φορέων της κοινωνικής οικονομίας σύμφωνα με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων: ορισμένοι προβληματισμοί σχετικά με τις προτάσεις που διατυπώθηκαν στην έκθεση του Enrico Letta». Ρωτήσαμε τον εισηγητή της γνωμοδότησης Giuseppe Guerini, σε ποιο βαθμό και για ποιο λόγο άντλησε έμπνευση από την έκθεση του Enrico Letta στην οποία, μεταξύ άλλων, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα καλούνται να βελτιώσουν το νομικό πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις και να εξασφαλίσουν στις επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας δυνατότητα ευκολότερης πρόσβασης σε δάνεια και χρηματοδότηση. Με βάση τα συμπεράσματα της έκθεσης αυτής, πώς σχεδιάζει η ΕΟΚΕ να βοηθήσει τις εν λόγω επιχειρήσεις με μέλημα τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις;

Copyright: Schotstek

Η προέλευση και το κοινωνικό υπόβαθρο δεν θα πρέπει ποτέ να αποτελούν εμπόδια στην επιτυχία, γράφει η Evgi Sadegie, διευθύνουσα σύμβουλος της Schotstek, μιας οργάνωσης με έδρα το Αμβούργο και το Βερολίνο η οποία προωθεί τις ίσες ευκαιρίες και την πολιτιστική πολυμορφία στον επαγγελματικό κόσμο. Τα μοναδικά προγράμματα υποτροφιών της Schotstek αποσκοπούν στην υποστήριξη έξυπνων, φιλόδοξων και δραστήριων νέων με μεταναστευτικό υπόβαθρο κατά την πορεία τους προς ηγετικές θέσεις στην έρευνα, τις επιχειρήσεις και την κοινωνία. Βοηθώντας τους να δημιουργήσουν ισχυρά δίκτυα και εφοδιάζοντάς τους με τις κατάλληλες δεξιότητες, η Schotstek χειραφετεί ταλαντούχους φοιτητές και νέους επαγγελματίες ώστε να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους.

Η προέλευση και το κοινωνικό υπόβαθρο δεν θα πρέπει ποτέ να αποτελούν εμπόδια στην επιτυχία, γράφει η Evgi Sadegie, διευθύνουσα σύμβουλος της Schotstek, μιας οργάνωσης με έδρα το Αμβούργο και το Βερολίνο η οποία προωθεί τις ίσες ευκαιρίες και την πολιτιστική πολυμορφία στον επαγγελματικό κόσμο. Τα μοναδικά προγράμματα υποτροφιών της Schotstek αποσκοπούν στην υποστήριξη έξυπνων, φιλόδοξων και δραστήριων νέων με μεταναστευτικό υπόβαθρο κατά την πορεία τους προς ηγετικές θέσεις στην έρευνα, τις επιχειρήσεις και την κοινωνία. Βοηθώντας τους να δημιουργήσουν ισχυρά δίκτυα και εφοδιάζοντάς τους με τις κατάλληλες δεξιότητες, η Schotstek χειραφετεί ταλαντούχους φοιτητές και νέους επαγγελματίες ώστε να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους.

Της Evgi Sadegie

Η Γερμανία είναι μια χώρα με πολιτιστική πολυμορφία η οποία όμως εξακολουθεί να μην αντικατοπτρίζεται καθόλου στην οικονομική, επιστημονική, πολιτιστική και πολιτική ηγεσία της. Τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών συχνά αντιμετωπίζουν εμπόδια που επιδεινώνουν τις κοινωνικές ανισότητες, αφήνουν αναξιοποίητο το δυναμικό καινοτομίας και υπονομεύουν την κοινωνική συνοχή. Οι προκαταλήψεις, οι άνισες εκπαιδευτικές ευκαιρίες και η έλλειψη προτύπων και δικτύων εμποδίζουν την επαγγελματική εξέλιξη πολλών ταλαντούχων ατόμων.

Η Schotstek ιδρύθηκε το 2013 από τη Sigrid Berenberg και κάποιους φίλους της. Η Sigrid Berenberg είναι δικηγόρος προσηλωμένη ανέκαθεν στην προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και της πολυμορφίας. Μαζί με άλλα άτομα που συμμερίζονται τις ίδιες απόψεις, δημιούργησε τη Schotstek, ανοίγοντας τον δρόμο προς ηγετικές θέσεις σε έξυπνους, φιλόδοξους και δραστήριους νέους με μεταναστευτικό υπόβαθρο. Έχει προωθήσει αριστεύσαντες υποτρόφους οι οποίοι θα γίνουν μελλοντικοί ηγέτες και υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων. Επί σειρά ετών, η Sigrid Berenberg συμμετείχε πλήρως στη λειτουργία του προγράμματος σε εντελώς εθελοντική βάση.

Η Schotstek είναι μη κερδοσκοπική επιχείρηση που υποστηρίζεται μέσω δωρεών και κοινών πρωτοβουλιών με άλλες εταιρείες. Το πρόγραμμα υποστηρίζεται σθεναρά από ένα δίκτυο εταίρων, συμβουλευτικών φορέων και φίλων —όλοι τους υψηλού επιπέδου υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων από ευρύ φάσμα τομέων και πολιτισμών. Αξίζει να σημειωθεί ότι τρεις από τους επτά εταίρους, καθώς και η σημερινή διευθύνουσα σύμβουλος, είναι και οι ίδιοι απόφοιτοι του προγράμματος της Schotstek. Αυτό δείχνει τον τρόπο με τον οποίο τα ταλέντα που υποστηρίζονται από τη Schotstek αναλαμβάνουν και τα ίδια ολοένα περισσότερες ευθύνες, εξασφαλίζοντας έτσι μακροχρόνιο αντίκτυπο.

Η Schotstek παρέχει μοναδική υποστήριξη σε σπουδαστές και νέους επαγγελματίες μέσω δύο παράλληλων προγραμμάτων. Κριτικές επιτροπές κάνουν δεκτούς έως και 25 μαθητές κάθε χρόνο στο Αμβούργο και έως 20 νέους επαγγελματίες στο Αμβούργο και το Βερολίνο. Μετά από διετές υποχρεωτικό πρόγραμμα, οι συμμετέχοντες παραμένουν στο δίκτυο και μπορούν να συμμετάσχουν σε εκδηλώσεις.

Στον πυρήνα της Schotstek βρίσκεται η οικοδόμηση ισχυρών δικτύων: πολλοί νέοι που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών δεν έχουν πρόσβαση στους επαγγελματικούς και κοινωνικούς δεσμούς που είναι ζωτικής σημασίας για την πρόσβαση σε ευκαιρίες σταδιοδρομίας. Η Schotstek τους φέρνει σε επαφή με αποφοίτους, συμβουλευτικά όργανα και εμπειρογνώμονες από τις επιχειρήσεις, την επιστήμη, την πολιτική, τον πολιτισμό και την κοινωνία. Τακτικές εκδηλώσεις, όπως θεματικές βραδιές και ομιλίες κορυφαίων προσωπικοτήτων, προωθούν τις ανταλλαγές και διευρύνουν τους ορίζοντές τους. Οι δεσμοί αυτοί διανοίγουν ευκαιρίες σταδιοδρομίας και δημιουργούν μια κοινότητα που εξασφαλίζει μακροπρόθεσμη υποστήριξη και αμοιβαίες επιτυχίες. Οι απόφοιτοι διαδραματίζουν πλέον καίριο ρόλο ανταλλάσσοντας τις γνώσεις και τα δίκτυά τους και επεκτείνοντας συνεχώς το πεδίο δράσης της Schotstek.

Η Schotstek προσφέρει εργαστήρια και καθοδήγηση που προετοιμάζουν συγκεκριμένα τους συμμετέχοντες για ηγετικές θέσεις. Η κατάρτιση ενισχύει τις βασικές ικανότητες, όπως οι επικοινωνιακές δεξιότητες, η αυτοπεποίθηση και η ηγεσία. Οι συμμετέχοντες λαμβάνουν επίσης προσωπική υποστήριξη μέσω μεντόρων. Έρχονται σε επαφή με έμπειρους επαγγελματίες και διευθυντικά στελέχη που μπορούν να τους παράσχουν πολύτιμες πληροφορίες για τον επαγγελματικό κόσμο, να τους υποστηρίξουν για τον προγραμματισμό της σταδιοδρομίας τους και να τους βοηθήσουν να αντιμετωπίσουν διάφορες επαγγελματικές προκλήσεις. Οι μέντορες λειτουργούν ως πρότυπα, ενθαρρύνοντας τους συμμετέχοντες να επιδιώξουν επαγγελματικούς στόχους και να υπερβούν τυχόν εμπόδια.

Ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του προγράμματος της Schotstek είναι η προώθηση της πολιτιστικής συμμετοχής. Οι συμμετέχοντες επισκέπτονται μουσεία, θέατρα, όπερες, γκαλερί και άλλα πολιτιστικά ιδρύματα. Αυτό ενισχύει την πολιτιστική εκπαίδευση, την προσωπική ανάπτυξη και την ταύτιση με τις πόλεις τους. Οι εμπειρίες αυτές διευρύνουν τις προοπτικές των υποτρόφων και ενισχύουν την αίσθηση του ανήκειν.

Η Schotstek επιδιώκει την προώθηση της ποικιλομορφίας σε διευθυντικό επίπεδο. Η προέλευση και το κοινωνικό υπόβαθρο δεν θα πρέπει πλέον να αποτελούν εμπόδια στην επιτυχία. Από την ίδρυσή της, η Schotstek έχει ήδη υποστηρίξει εκατοντάδες νέους, με περισσότερους από 240 συμμετέχοντες και ενεργούς αποφοίτους. Πολλοί συμμετέχουν στη συμβουλευτική επιτροπή αποφοίτων, είναι πρεσβευτές, υποστηρίζουν το επιτελούμενο έργο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή μοιράζονται τις εμπειρίες τους ως υποστηρικτές ή μέντορες. Όποιος υπήρξε υπότροφος της Schotstek παραμένει μόνιμο μέλος του δικτύου —ένα μοντέλο που συμβάλλει σε μακροχρόνια επιτυχία. Η επέκταση του προγράμματος στο Βερολίνο το 2023 δείχνει ότι η ιδέα της Schotstek μπορεί επίσης να εφαρμοστεί επιτυχώς και σε άλλες πόλεις.

Η Schotstek είναι κάτι περισσότερο από ένα πρόγραμμα υποστήριξης —πρόκειται για ένα κίνημα που δείχνει ανάγλυφα τον τρόπο με τον οποίο η πολυμορφία υψηλών επιδόσεων μπορεί να προωθηθεί και να προβληθεί συγκεκριμένα. Η Schotstek διανοίγει και δημιουργεί ευκαιρίες που υπερβαίνουν την ατομική επιτυχία και αποτελεί παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η Γερμανία μπορεί να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της ως χώρα μετανάστευσης. Με την προώθηση εξαιρετικών ταλέντων και την άρση εμποδίων, το πρόγραμμα διαδραματίζει καίριο ρόλο στη διαμόρφωση μιας πιο δίκαιης και ανθεκτικής στις μελλοντικές εξελίξεις κοινωνίας, κάτι που είναι απολύτως απαραίτητο σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο.

Η Evgi Sadegie, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου Τουρκικών Σπουδών, είναι διευθύνουσα σύμβουλος της Schotstek gGmbH και απόφοιτος της τάξης του 2014. Πριν από τον τρέχοντα ρόλο της, ηγήθηκε του έργου καθοδήγησης «Yoldaş» στο Hamburg Civic Foundation, το οποίο στηρίζει παιδιά από τουρκόφωνες κοινωνικοοικονομικά μειονεκτούσες οικογένειες. Με τον τρόπο αυτό, προώθησε τις ίσες ευκαιρίες σε ένα άλλο σημαντικό άκρο του φάσματος της ισότητας. Με την εκτεταμένη πείρα της στη διαχείριση έργων, ιδίως στους τομείς της καθοδήγησης και της διαπολιτισμικής συνεργασίας, συμμετέχει ενεργά στην προώθηση της πολυμορφίας και της ένταξης στην κοινωνία.

Copyright: UNHCR

Η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) είναι έτοιμη να στηρίξει τους Σύρους που εκτιμούν ότι είναι ασφαλές να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Για όλους τους υπόλοιπους, όμως, αντιτάσσεται στις αναγκαστικές επιστροφές σε μια χώρα που χαρακτηρίζεται από πολιτική αβεβαιότητα και βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις χειρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις παγκοσμίως, όπου σχεδόν το 90 % του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, επισημαίνει ο εκπρόσωπος της UNHCR Jean-Nicolas Beuze.

Η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) είναι έτοιμη να στηρίξει τους Σύρους που εκτιμούν ότι είναι ασφαλές να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Για όλους τους υπόλοιπους, όμως, αντιτάσσεται στις αναγκαστικές επιστροφές σε μια χώρα που χαρακτηρίζεται από πολιτική αβεβαιότητα και βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις χειρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις παγκοσμίως, όπου σχεδόν το 90 % του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, επισημαίνει ο εκπρόσωπος της UNHCR Jean-Nicolas Beuze.

Από τον Jean-Nicolas Beuze

Καθώς το πολιτικό τοπίο στη Συρία μεταβάλλεται ραγδαία μετά την πτώση του προέδρου Bashar al-Assad, η συζήτηση σχετικά με τον μεγαλύτερο προσφυγικό πληθυσμό στον κόσμο αποτελεί φλέγον ζήτημα σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Όλο και περισσότερες χώρες της ΕΕ «παγώνουν» τις αποφάσεις σχετικά με τις αιτήσεις ασύλου Σύρων προσφύγων, ενώ ορισμένες εξ αυτών ανακοινώνουν πρωτοβουλίες που περιλαμβάνουν ναυλωμένες πτήσεις και οικονομικά κίνητρα ή «πριμ επιστροφής» για να ενθαρρύνουν τους πρόσφυγες να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Άλλες χώρες φέρονται ακόμη και να σχεδιάζουν να απελάσουν Σύρους που βρίσκονται επί του παρόντος στο έδαφός τους, ανεξάρτητα από το καθεστώς ασύλου τους.

Για τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων περί ασύλου, τα κράτη μέλη της ΕΕ οφείλουν να αξιολογήσουν κατά πόσον η Συρία είναι ασφαλής για την επιστροφή των Σύρων που διαμένουν επί του παρόντος στην Ευρώπη. Λόγω της ταχέως εξελισσόμενης κατάστασης επί τόπου, είναι αδύνατον να ληφθούν αυτή τη στιγμή οριστικές αποφάσεις σχετικά με την ασφάλεια. Το τοπίο της ασφάλειας στη Συρία παραμένει αβέβαιο, καθώς η χώρα αμφιταλαντεύεται μεταξύ της δυνατότητας ειρήνης και συμφιλίωσης και του κινδύνου περαιτέρω έξαρσης της βίας.

Εκατομμύρια Σύροι πρόσφυγες που ζουν εκτός χώρας προσπαθούν να καταλάβουν τι σημαίνει για το μέλλον τους η εξελισσόμενη κατάσταση στην πατρίδα τους. Αναρωτιούνται τα εξής: Θα είναι η Συρία ασφαλής για μένα; Τα δικαιώματά μου θα γίνονται σεβαστά; Για ορισμένους, η προοπτική της επιστροφής τους μπορεί να φαίνεται περισσότερο εφικτή, ενώ για άλλους παραμένουν σοβαρές ανησυχίες.

Τι επιφυλάσσει το μέλλον στη σημερινή Συρία σε όσους ανήκουν σε εθνοτικές ή θρησκευτικές μειονότητες, σε όσους πρεσβεύουν διαφορετικές πολιτικές απόψεις ή σε όσους αυτοπροσδιορίζονται ως μέλη της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ+; Η απάντηση παραμένει ασαφής.

Πρέπει, ωστόσο, να σεβαστούμε την κρίση εκείνων που αισθάνονται ότι είναι ασφαλές να επιστρέψουν και, ενδεχομένως, να τους υποστηρίξουμε για την επιστροφή και την επανένταξή τους στις κοινότητες καταγωγής τους. Για όλους τους υπόλοιπους, όμως, η UNHCR αντιτάσσεται στις αναγκαστικές επιστροφές λόγω της συνεχιζόμενης αστάθειας και της πολιτικής αβεβαιότητας που επικρατούν στη χώρα.

Ο αναγκαστικός επαναπατρισμός από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα παραβίαζε τα δικαιώματα των Σύρων ως προσφύγων και θα τους εξέθετε σε κίνδυνο σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης κατά την επιστροφή τους.

Η συνεχιζόμενη ένοπλη βία σε διάφορες περιοχές της Συρίας, σε συνδυασμό με την επικρατούσα αβεβαιότητα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι νέες αρχές θα ανταποκριθούν στις ανάγκες του πληθυσμού, ιδίως δε των ευάλωτων ομάδων, καθιστά για πολλούς Σύρους πρόωρο το ενδεχόμενο επιστροφής τους. Είναι σημαντικό να γίνει σεβαστή η κρίση τους επί του θέματος. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη της ΕΕ, από κοινού με τις χώρες που γειτνιάζουν με τη Συρία και φιλοξενούν αφειδώς τους περισσότερους Σύρους πρόσφυγες επί μία δεκαετία και πλέον, πρέπει να συνεχίσουν να τηρούν τη δέσμευσή τους για την παροχή προστασίας στους Σύρους που βρίσκονται στο έδαφός τους.

Από τα 1,1 εκατομμύρια άτομα που εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της χώρας τους λόγω της κλιμάκωσης των εχθροπραξιών στα τέλη Νοεμβρίου, περίπου 627 000 παραμένουν πρόσφατα εκτοπισθέντα, εκ των οποίων το 75 % είναι γυναίκες και παιδιά.

Οι πρώιμες επιστροφές ενέχουν σημαντικούς κινδύνους, κυρίως λόγω της πυροδότησης ενός κύκλου εκτοπίσεων ―τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων της χώρας— που έχει τελικά ως αποτέλεσμα να βαθαίνει η κρίση.

Εκτός από τις μαζικές εκτοπίσεις, η Συρία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις χειρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις παγκοσμίως. Μεγάλα τμήματα των συριακών υποδομών καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, συμπεριλαμβανομένων νοσοκομείων, σχολείων και κατοικιών. Οι περισσότεροι πρόσφυγες δεν έχουν πλέον κατοικίες στις οποίες να μπορούν να επιστρέψουν. Πολλές περιοχές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ελλείψεις τροφίμων, καθαρού νερού και ιατρικής περίθαλψης. Η έλλειψη βασικών υπηρεσιών, οικονομικών ευκαιριών και συνθηκών ασφάλειας δυσκολεύει τους επιστρέφοντες να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους κατά τρόπο βιώσιμο και αξιοπρεπή. Ένα πρωτόγνωρο ποσοστό ανερχόμενο στο 90 % του συριακού πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.

Κατά τις τελευταίες εβδομάδες, οι οικειοθελείς επιστροφές Σύρων από τον Λίβανο, την Τουρκία και την Ιορδανία έχουν αυξηθεί σημαντικά και ανέρχονται, σύμφωνα με προκαταρκτικές εκτιμήσεις, σε 125 000 ή σε περίπου 7 000 ημερησίως. Παρότι οι επιστροφές αυτές εκπορεύονται από ατομικές επιλογές, η UNHCR δεσμεύεται να υποστηρίξει εκείνους που αποφασίζουν να επιστρέψουν τώρα.

Καθώς πολλοί Σύροι πρόσφυγες στην Ευρώπη και τις γειτονικές χώρες εξετάζουν κατά πόσον είναι ασφαλές να επιστρέψουν στη Συρία και αναρωτιούνται τι τους επιφυλάσσει η επιστροφή τους όσον αφορά τις βασικές υπηρεσίες και τις ευκαιρίες για να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους, δεν βλέπουν ωστόσο την ώρα να επανενωθούν με τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Ως εκ τούτου, πολλοί επιθυμούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους για σύντομες επισκέψεις προκειμένου να αξιολογήσουν την κατάσταση επί τόπου και πρέπει να τους δοθεί αυτή τη δυνατότητα χωρίς να φοβούνται ότι θα χάσουν το καθεστώς του πρόσφυγα στην Ευρώπη. Αυτές οι «αναγνωριστικές» επισκέψεις είναι ουσιώδεις για τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων που θα αποφέρουν καλύτερα αποτελέσματα, μεταξύ των οποίων και ασφαλείς και βιώσιμες επιστροφές.

Η υπομονή και η σύνεση είναι ζωτικής σημασίας ενόσω οι Σύροι αναμένουν τις κατάλληλες συνθήκες για ασφαλή επιστροφή και επιτυχή επανένταξη στις κοινότητές τους. Καθώς πολλοί Σύροι αρχίζουν να αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο επιστροφής στην πατρίδα τους, η UNHCR είναι έτοιμη να τους υποστηρίξει. Μετά από χρόνια εκτόπισης, η υποστήριξη αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει για πολλούς μια από μακρού αναμενόμενη ευκαιρία προκειμένου να τερματίσουν το ταξίδι της προσφυγιάς τους και να υιοθετήσουν μια βιώσιμη λύση επιστρέφοντας στη Συρία. Ακριβώς όπως στάθηκαν στο πλευρό τους η Ευρωπαϊκή Ένωση και η UNHCR καθ’ όλη τη διάρκεια της εξορίας τους, θα συνεχίσουμε να τους συνδράμουμε κατά την επιστροφή τους και την ανοικοδόμηση μιας νέας Συρίας.

Ο Jean-Nicolas Beuze είναι αντιπρόσωπος χώρας της UNHCR στην ΕΕ, το Βέλγιο, την Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, τις Κάτω Χώρες και την Πορτογαλία και, προηγουμένως, διετέλεσε αντιπρόσωπος χώρας στο Ιράκ, την Υεμένη και τον Καναδά. Διαθέτει πάνω από 27ετή εργασιακή εμπειρία στα Ηνωμένα Έθνη, τόσο επιτόπια όσο και στην έδρα του ΟΗΕ, στους τομείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της διατήρησης της ειρήνης και της προστασίας των παιδιών.

Η αντίδραση της ΕΕ στο τοπίο που διαμορφώνεται στη Συρία μετά τον Άσαντ αντιμετωπίζει προκλήσεις εξισορρόπησης των ανθρωπιστικών αναγκών, της μεταναστευτικής πολιτικής και της σταθεροποίησης και της ανασυγκρότησης της χώρας. Η εγχώρια πολιτική και οι βραχυπρόθεσμες θεωρήσεις ενέχουν τον κίνδυνο να δώσουν προτεραιότητα και να επισπεύσουν τις επιστροφές, ενώ συντονισμένες και ισορροπημένες προσεγγίσεις θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καίριο ρόλο στη σταθεροποίηση της Συρίας και την προώθηση της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, γράφει ο προσκεκλημένος-έκπληξη της ΕΟΚΕ Alberto-Horst Neidhardt, κορυφαίος εμπειρογνώμονας στον τομέα της μετανάστευσης στο Κέντρο Ευρωπαϊκής Πολιτικής.

 

 

Η αντίδραση της ΕΕ στο τοπίο που διαμορφώνεται στη Συρία μετά τον Άσαντ αντιμετωπίζει προκλήσεις εξισορρόπησης των ανθρωπιστικών αναγκών, της μεταναστευτικής πολιτικής και της σταθεροποίησης και της ανασυγκρότησης της χώρας. Η εγχώρια πολιτική και οι βραχυπρόθεσμες θεωρήσεις ενέχουν τον κίνδυνο να δώσουν προτεραιότητα και να επισπεύσουν τις επιστροφές, ενώ συντονισμένες και ισορροπημένες προσεγγίσεις θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καίριο ρόλο στη σταθεροποίηση της Συρίας και την προώθηση της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, γράφει ο προσκεκλημένος-έκπληξη της ΕΟΚΕ Alberto-Horst Neidhardt, κορυφαίος εμπειρογνώμονας στον τομέα της μετανάστευσης στο Κέντρο Ευρωπαϊκής Πολιτικής.

Ο Alberto-Horst Neidhardt είναι ανώτερος πολιτικός αναλυτής και επικεφαλής του ευρωπαϊκού προγράμματος για τη διαφορετικότητα και τη μετανάστευση στο Κέντρο Ευρωπαϊκής Πολιτικής (EPC). Εργάζεται στους τομείς της νομοθεσίας και των πολιτικών για το άσυλο και τη μετανάστευση, των δικαιωμάτων των πολιτών της ΕΕ, της παραπληροφόρησης και της πολιτικής της μετανάστευσης. Απέκτησε διδακτορικό δίπλωμα στο δίκαιο της ΕΕ από το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο. Διδάσκει στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λιλ σχετικά με τις πολιτικές μετανάστευσης και κινητικότητας, τη διακυβέρνηση της ΕΕ και τη δεοντολογική χάραξη πολιτικής.